Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Για τα 15 χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι

Δεν ξέρω τι μπορεί να γραφεί ακόμη για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι και ακόμη περισσότερο δεν γνωρίζω τι μπορώ να προσθέσω εγώ, ένας ακόλουθος πιστός της μουσικής του, της πορείας του και της σκέψης του και ως εκ τούτου απολύτως υποκειμενικός και κατασταλαγμένος θαυμαστής της τεράστιας αυτής προσωπικότητας. Αν ο πολύχρονος διάλογος που διατηρώ με τον σπουδαίο Ελληνα συνθέτη παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον πιθανότατα αυτό βρίσκεται στην επίδραση που άσκησε η μεγάλη αυτή μορφή στη ζωή μου καθώς οι δεκαετίες κυλούσαν και καταβρόχθιζαν χρόνια, συνήθειες, μουσικές, μόδες, ιδέες και βιομηχανίες. Αυτό θα επιχειρήσω να διηγηθώ σήμερα που συμπληρώνονται 15 χρόνια από το τελευταίο ταξίδι του μεγάλου δημιουργού.

Είναι πάρα πολλές οι προσωπικές μου ιστορίες για τον Μάνο Χατζιδάκι που έχω να διηγηθώ και θα το κάνω σε άλλη ευκαιρία. Προς το παρόν θα περιοριστώ σε ένα περίγραμμα που νομίζω ότι καθιστά σαφές το τι εννοώ όταν ισχυρίζομαι (και το ισχυρίζομαι) ότι αυτός ο άνθρωπος με επηρέασε ή ακόμη περισσότερο με σημάδεψε. Χωρίς να το ξέρει.

Εχουν περάσει πολλά πολλά χρόνια από εκείνη την κρύα νύχτα στις αρχές της δεκαετίας του 70 που σε ένα ραδιόφωνο με παράσιτα δυο κορίτσια εφηβικής ηλικίας άκουγαν το
Αγάπη μέσα στην καρδιά
φουρτουνιασμένη λαγκαδιά
κάποια βραδιά πλημμύρισες
και μας ξεκλήρισες
κι εγώ δίπλα τους ένιωθα ότι αυτό είναι μια άλλη μουσική, μια άλλη διάλεκτος με τις νότες, εκείνη που δεν μιλούσαν ο Γιάννης Καλατζής και o Γιώργος Νταλάρας, οι οποίοι μαζί με άλλους μεσουρανούσαν στο λαϊκό πεντάγραμμο της εποχής.
Είναι περίεργο αλλά αναμενόμενο: την αίσθηση ότι περνάω σε μια άλλη μουσική διάσταση θυμάμαι να ένιωσα πολύ λίγα χρόνια αργότερα όταν πρωτάκουσα σε ένα παλιό TRACK-8 κασετόφωνο ενός παλιού ταξί μια κασέτα με τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη, του σπουδαίου αυτού ρεμπέτη δημιουργού.

Μετά ήρθε η εφηβεία , ο συρμός του πολιτικού τραγουδιού και μετά ο Σαββόπουλος, ο Μικρούτσικος. Ακουγα Χατζιδάκι σε οποιαδήποτε ευκαιρία και καθώς άρχισε να σχηματοποιείται εντός μου ένα μουσικό γούστο, ο Μάνος ήταν ο κρυφός μου πρωταθλητής, εκείνος που αποδεικνύει μια βαθύτατη πεποίθησή μου που τότε δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Ότι δηλαδή το λαϊκό τραγούδι δεν είναι εργαλείο για την επίτευξη σκοπών πολιτικών αλλά αποτελεί αυταξία με ισχυρή ψυχαγωγική και τροποποιητική ενέργεια. Οτι η εκπληκτική μίξη λόγιας και λαϊκής μουσικής που ο Μάνος είχε επιτύχει μπορούσε να διαπλάσει χαρακτήρες δίχως να τους ποδηγετεί.
Ότι στο τέλος τέλος το προσωπικό είναι βαθύτατα πολιτικό και ότι το δράμα της ύπαρξης δεν βρίσκει απάντηση στη στράτευση και στην εξουσία αλλά παρηγορείται στην καλλιέργεια και τη λελογισμένη απαισιοδοξία.

Την ίδια εποχή ο Μάνος Χατζιδάκις δημιουργεί το μικρό (ή μήπως μεγάλο) θαύμα του Τρίτου Προγράμματος. Η σύγκρουσή του με το αρτηριοσκληρωτικό κατεστημένο προσθέτει πόντους στην ούτως ή άλλως γοητευτική προσωπικότητα ενός ευφυούς, δημιουργικού, εστέτ επαναστάτη.
Επειτα ήρθαν για μερικά χρόνια οι μέλισσες: ροκ και σκυλάδικα, εφηβικοί έρωτες και Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Όμως η αλυσίδα δεν έσπασε ούτε καν χαλάρωσε. Με μια καλλιτεχνική συντροφιά στις αρχές του 80 στην Αθήνα ψάχναμε για καινούργιες μουσικές συγκινήσεις: ο Τζίμης Πανούσης στο Skylab αλλά και η Οπισθοδρομική Κομπανία στο Κολωνάκι με μια νεαρή τραγουδίστρια που έσκιζε πραγματικά και την έλεγαν Ελευθερία Αρβανιτάκη. Κι έπειτα νωρίς το πρωί σε ένα φοιτητικό υπόγειο στην πλατεία Βικτωρίας το παλιό πικάπ με το δισκάκι που έπαιζε άπειρες φορές Το Χαμόγελο της Τζοκόντας και συζητήσεις επί συζητήσεων για την έκφραση, τον έρωτα, για την ελευθερία και για την τέχνη.


Οι ορίζοντες έχουν πλατύνει όμως μέσα μου ο Μάνος Χατζιδάκις παραμένει ο σταθερός και αξιόπιστος δείκτης του καλού γούστου. Εχω πλέον ακούσει όλα τα τραγούδια του, έχω μελετήσει για τη ζωή του, παρακολουθώ τις συναυλίες του και τις δημόσιες παρεμβάσεις του που τον αναδεικνύουν αν όχι στον σπουδαιότερο πάντως στον πιο θαρραλέο διανοούμενο της δεκαετίας του ¨80. Όπως σωστά μαντεύετε ήμουν παρών στην περίφημη -και από ρητορικής πλευράς- επίθεση που ο Χατζιδάκις εξαπέλυσε εναντίον της Αυριανής τον Σεπτέμβριο του 1987. Για μια ακόμη φορά ο μεγάλος συνθέτης σώζει την τιμή της πνευματικής Ελλάδας. Αυτός που πλέον είχε περάσει τα 60 χρόνια του και που δεν είχε καμιά ανάγκη: ούτε καν από εχθρούς.


Δεν γνωρίζω αν η δημοσιότητα που έλαβαν τα τότε γεγονότα ή η χρεοκοπία μιας ορισμένης αντίληψης για την τέχνη και τη δημιουργία έφεραν την καταστροφή. Γεγονός παραμένει ότι από την εποχή εκείνη και με ρυθμούς εκθετικούς ο Χατζιδάκις αρχίζει να γίνεται μόδα. Ολη η Ελλάδα ακούει τον Μεγάλο Ερωτικό (εν τω μεταξύ είμαι σίγουρος ότι ελάχιστοι πραγματικά ενέκυψαν στην «αποτυχία που όλοι θα θέλαμε να έχουμε¨). Ολη η χώρα κατακλύζεται από την ευαισθησία του Μάνου και της Φλέρυς, της Πασπαλά και του Λέκκα.

Η αναγνώριση από το μεγάλο κοινό δεν είναι βέβαιο ότι ενθουσίαζε τον Χατζιδάκι. “H δημοτικότης σπάνια συντηρεί τη διαχρονικότητα. Η ανάμνηση είναι αισθηματική και ασφαλώς παρέχει και μιαν ημερομηνία θανάτου. Γι¨ αυτό υπήρξα από παλαιά εχθρός της ανεύθυνης λαϊκής επιτυχίας”, υποστήριζε με σθένος.

Επιπλέον είμαι σίγουρος ότι είχε αντιληφθεί πως η δημοφιλία του σε πλατιές μάζες μουσικόφιλων οφειλόταν κυρίως σε μια παρεξήγηση: η ανάγκη να θεμελιωθεί/επανέλθει μια νέα ερωτική γλώσσα που ξέφευγε από τον λόγο και επέστρεφε στον καθαρό/ολοκάθαρο πόθο, στη σωματική έλξη δηλαδή, κατέστησε τον Μάνο μουσικό προφήτη μιας γενιάς που ήθελε να αλλάξει τα ερωτικά ήθη αλλά χρειαζόταν άλλοθι, μιας γενιάς που θεοποίησε τον έρωτα για να συγκαλύψει τη σεξουαλική της ελευθεριότητα.

Από την άποψη αυτή ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε όχι εντελώς ερήμην του ο πατριάρχης του νεοερωτικού τραγουδιού που κυριάρχησε -εν όψει και εμπορικών λόγων- στη χώρα μέχρι τις μέρες μας. Ο ίδιος ανέδειξε σπουδαίους τραγουδοποιούς και μουσικούς στο Τρίτο Πρόγραμμα, στους Μουσικούς Αγώνες και στη δισκογραφική του εταιρεία. Φυσικά, μετά τον θάνατό του το πράγμα ξέφυγε και η θλίψη έγινε εμπόρευμα, η ευαισθησία σκοπός και η ζωή απέναντι -πεζή αναζήτηση υλικών αγαθών.

Ο Χατζιδάκις είναι ασφαλώς λυρικός συνθέτης. Και γράφει με έναν έξυπνο, σπινθηροβόλο ρομαντισμό που επιχειρεί και κατορθώνει να προσδώσει βάθος, μεταφυσικό περιεχόμενο, σε στιγμές και σχέσεις, σε τρόπους και συναισθήματα που άλλως θα έμοιαζαν τόσο βαρετά και τόσο επαναλαμβανόμενα όσο οι μέρες στο γραφείο ή οι έρωτες στα μπαρ και η μελαγχολία της μόδας.
Η μουσική του είναι ευφυής και κατά βάθος αισιόδοξη, πότε πότε ειρωνικά σοβαρή ή πραματικά χαρούμενη. Με τη βοήθεια κορυφαίων ποιητών και στιχουργών πολλές φορές ξαφνιάζει. Λόγου χάριν πόσο φυσιολογικός φαίνεται στον απλό άνθρωπο ο στίχος
Δίχως τη δική σου αγάπη
Γρήγορα περνά ο καιρός
ειδικά όταν ο ίδιος ο Αϊνστάιν μας διαβεβαιώνει "ότι όταν κάθεσαι με ένα ωραίο κορίτσι για δυο ώρες, σου φαίνεται σαν δυο λεπτά. Αν καθίσεις σε μια αναμμένη σόμπα για δυο λεπτά, σου φαίνεται σαν δυο ώρες. Αυτό είναι η σχετικότητα".
Είναι αντίφαση; Όχι. Για μένα είναι φανερό ότι o Χατζιδάκις υμνεί τον έρωτα ως δημιουργία, υμνεί -στην πραγματικότητα- την ικανότητα του ανθρώπου να αισθάνεται, τη βαθιά εκείνη ανάγκη της ένωσης, της πλήρωσης, της αρμονίας, τη συναρπαστική γοητεία να ξυπνάς και να ζεις την περιπέτεια του έρωτα για τους ανθρώπους και την ψυχή τους. Και από την άποψη αυτή η αγάπη δεν κάνει τον χρόνο να περνά ευχάριστα όπως πιστεύουμε συνήθως αλλά τον σταματά, μεγαλώνει τις στιγμές, δίνει διάρκεια στη συγκίνηση.

Για να επιστρέψω στην εποχή που ο Μάνος Χατζιδάκις γίνεται must είναι ακριβώς η ίδια που απομακρύνομαι από τη μουσική του. Ολη αυτή η εκμετάλλευση ή αν θέλετε η δηθενιά που συνοδεύει ό,τι εξαπλώνεται λόγω συρμού μου φαινόταν και εξακολουθεί να μου φαίνεται ανατριχιαστικά ξένη.

Επειτα στις 15 Ιουνίου του 1994 ο Μάνος Χατζιδάκις ταξιδεύει για τα αστέρια. Εννοείται ότι στεναχωρήθηκα πολύ αλλά δεν πήγα στην κηδεία του που ο ίδιος άλλωστε είχε επιλέξει να γίνει σε στενό κύκλο, χωρίς θαυμαστές. Και μετά τον θάνατό του δεν επιχείρησα να ξαναπλησιάσω με καινούργια οπτική τη μουσική του. Ακουγα τα τραγούδια του ως συμπλήρωμα άλλων δραστηριοτήτων και μερικές φορές -ακόμη χειρότερα- με νοσταλγία για όλα εκείνα που χάθηκαν.

Ακόμη και την εποχή που για τυχαίους λόγους σύχναζα στα στέκια της τελευταίας του περιόδου, στο Παγκράτι, προτιμούσα να ακούω ιστορίες από την πολυτάραχη και συναρπαστική ζωή του παρά να επιστρέψω σοβαρά στον Μεγάλο Ερωτικό και στις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς. Ηταν ο καιρός μιας παράδοξης, ανεξήγητης άρνησης που όμως δεν είναι ολοκληρωτική.

Γιατί την ίδια εποχή εκεί λίγο πριν το millennium ξανασυναντώ τον πολιτικό Χατζιδάκι, τον ακούραστο και εύστοχο κριτή, τον ευφυή σχολιαστή, τον επικίνδυνο και ανήσυχο νέο που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν, τον θαρραλέο πνευματικό άνδρα με τους πολλούς εχθρούς και τους λίγους εκλεκτούς φίλους. Δεν χρειάζεται να αναλυθεί το κενό που αφήνει η απουσία του Μάνου Χατζιδάκι από την ελληνική δημόσια ζωή: δεν λείπει μόνον το θάρρος του, λείπει και το ανάστημά του.

Ηταν ο μόνος ή από τους ελάχιστους στη χώρα αυτή που είχε το θάρρος, το βάρος και κυρίως την πνευματική εντιμότητα να πει κάτι και να γίνει πιστευτός. Από την πλευρά αυτή ο χαμός σε ηλικία μόλις 68 ετών ήταν μια μεγάλη απώλεια για τον δημόσιο βίο και ασφαλώς για τη ελληνική μουσική.

Οσον με αφορά στην τελευταία δεκαετία ακούω συχνά τα παλαιόθεν αγαπημένα τραγούδια του Μάνου. Εχω προ πολλού σπάσει τις αλυσίδες για την κινηματογραφική του μουσική -μεγάλα τμήματα της οποίας είχε ο ίδιος αποκηρύξει- και απολαμβάνω χωρίς ενοχές όλο το εύρος της ποιητικής του δημιουργίας ανακαλύπτοντας πολλές φορές μικρά διαμαντάκια και πάντοτε εξαιρετικές προθέσεις.

Όμως δεν είναι ακόμη ο καιρός της πλήρους επιστροφής. Ο κυνισμός της νέας εποχής έχει προσβάλει πολύ βαθύτερα από όσο υποψιαζόμαστε την ανάγκη μας να επικοινωνούμε μέσω της τέχνης, έχει διαβρώσει όλους μας. Ελπίζω όχι ανεπανόρθωτα: Όταν δείτε ότι κάποιοι αρχίζουν πάλι να παίζουν στα πανάκριβα ηχοσύστηματά τους ή στα αυτοκίνητά τους τη μουσική του Μάνου αντί να παρακολουθούν στην τηλεόραση βαρετά αφιερώματα "στον κορυφαίο μουσουργό" τότε να γνωρίζετε ότι “άλλαξε το φύλλο” και ότι η ευαισθησία, το μέσα πλούτος επανέρχεται να ζητήσει τον λογαριασμό τόσων χρόνων.

5 σχόλια:

Μέτοικος είπε...

Παρέλειψες το εγχείρημα του πολύ σημαντικού "Τέταρτου" που μαζί με τον "Σχολιαστή" και κάποια άλλα αξιόλογα έντυπα της εποχής ;-) τα έπνιξε του τσουνάμι της Αυριανής του lifestyle (ναι ρε, το "Κλικ" του Κωστόπυλου εννοώ).

Υ.Γ. 33άρι είναι η "Τζοκόντα", όχι 45άρι.

Υ.Γ.2 Αϋπνίες;

βοιωτός είπε...

Δεν μπορούν να γραφούν όλα. Θα επανέλθω σε άλλη ευακιρία. Για το Τέταρτο υπαινίσσομαι όταν γράφω για τον πολιτικό Χ.

Για
Με ταλαιπωρεί μια ίωση και κοιμάμαι πολύ ακατάστατα ή μάλλον ξυπνάω σε περίεργες ώρες. Σήμερα ξύπνησα στις 05.15 και είπα να θυμηθώ λίγο τα παλιά.

rozalia είπε...

..Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως.Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί κ φορτηγών, Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο κι από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.
Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας- αφού γεννήθηκα τον ίδιο καιρό με σας και μες στον ίδιο χώρο-, που θα φωτίσω τις κρυφές κι αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γεννούν δικές σας και θα μεταθερθούν και στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα- αν είναι δυνατόν- ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να τραγουδήσετε. Μήπως τάψχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσα απ το φόρεμα ή το μαντήλι σας; Κι όμως δε θα ξεχάσετε κι ούτε θα το ξεχάσετε σ όλη σας τη ζωή......
θα το θυμάσθε και θα το έχετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή.Μόνο να ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν τω Υπερμάχω. Δεν είναι το τραγούδι μου απλοικό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.......
Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για να ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούργιο κι απ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε.


Μάνος Χατζηδάκις "ο καθρέφτης και το μαχαίρι"

Υ.Γ Με τέτοιες αισθήσεις μόνο, μπορείς να αγγίξεις την αθανασία.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ είπε...

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΒΟΙΩΤΕ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΟ ΘΥΜΙΣΕΣ...
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΡΟΖΑΛΙΑ ΠΟΥ ΤΟ ΣΧΟΛΙΑΣΕΣ...

Υπνοβάτης είπε...

"...Και φυσικά
δεν συμφωνώ
με την ιδέα μιας παιδείας
που την χαρίζουν δωρεάν ,
όχι χωρίς αντάλλαγμα,
κατά πως φανερώνεται εκ των υστέρων.
Και πρώτ' απ' όλα, τί εννοούμε λέγοντας παιδεία;
Την πληροφορία, την τεχνική,
το δίπλωμα εξειδίκευσης
που εξασφαλίζει
γάμο, αυτοκίνητο και ακίνητο,
με πληρωμή την πλήρη υποταγή
του εξασφαλισθέντος,
γιά,
την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου
με τεχνική αναθεώρησης
κι ονειρικής δομής,
με αγωνία απελευθέρωσης
και με διαθέσεις
μιας ιπτάμενης φυγής
προς τ' άστρα;
Αυτή την δεύτερη παιδεία
την αποσιωπούν
και
δεν την δίνουν δωρεάν.
Γιατί δεν συντηρεί
και δεν υπηρετεί συστήματα.
Αντίθετα,
τα ελέγχει,
τα αναθεωρεί
και τ' αποδυναμώνει..." (Μ. Χατζιδάκις, Τα σχόλια του Τρίτου).