Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Προτροπή για μετανάστευση!

Δεν θέλω να κάνω τον μάντη. Αλλά θα τον κάνω, επαναφέροντας το άρθρο που δημοσιεύτηκε στη viotia τον Φεβρουάριο του 2012. Νομίζω ότι υπάρχει πλήρης δικαίωση για τις θέσεις που διατύπωσα τη μακρινή εκείνη εποχή και ότι το άρθρο αυτό θα μπορούσε να σταθεί και σήμερα σχεδόν χωρίς καμιά προσαρμογή. Και φοβάμαι ότι οι εξελίξεις θα επιταχυνθούν και οι συνθήκες θα διαμορφωθούν δυσχερέστερες για τους νοήμονες και του νουνεχείς. Πολλοί έχουν εφαρμόσει όσα προτείνω. Αλλοι νομίζουν ότι θα διαφύγουν ή θα διασωθούν με μικρές απώλειες. Χωρίς αυτό να αποκλείεται περιπτωσιακά για τους περισσότερους δεν ισχύει. Το παιχνίδι είναι πολύ χοντρό, τόσο που υπερβαίνει απλοϊκές αναλύσεις και κομματικές αναδιατάξεις. Εκείνο που διακυβεύεται είναι η ίδια η ύπαρξη της Ελλάδας...

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/
Εκδότης περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ




















Ποτέ η Ελλάδα δεν παρείχε μεγάλο εύρος ευκαιριών στα παιδιά της. Πολύ περισσότερο σε περίοδο κρίσης –ηθικής, πολιτικής και οικονομικής- οι ορίζοντες στενεύουν, οι δυνατότητες μειώνονται, το ίδιο και οι εναλλακτικές λύσεις. Στην πραγματικότητα, τρεις είναι οι βασικές διέξοδοι μεταξύ των οποίων πρέπει να επιλέξει κάθε σκεπτόμενος Ελληνας για να σχεδιάσει το μέλλον του μετά την κρίση.

Η πρώτη περιλαμβάνει την αποδοχή της κατάστασης όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, στην παραδοχή του καθεστώτος της κλεπτοκρατίας και των φορέων του στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Σε αυτή την περίπτωση ο πολίτης «πληρώνει» έστω γογγύζοντας τα βάρη από τη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την παρασιτοκρατία των προηγούμενων ετών, ελπίζοντας σε οριακές αλλαγές που θα βελτιώσουν κάπως το σύστημα και θα το καταστήσουν εκ νέου λειτουργικό –για απομύζηση εννοείται.


Εκ πρώτης όψεως -κι αν εξαιρέσουμε τους κομματανθρώπους και τους απατεώνες/κρατικοδίατους επιχειρηματίες- κανείς δεν φαίνεται να υποστηρίζει ή να επιθυμεί  αυτή την εξέλιξη. Όμως πολλές φορές –όπως και στη ζωή-  τα φαινόμενα στην πολιτική απατούν. Οι δυνάμεις της αδράνειας σε μια κοινωνία είναι πολύ ισχυρότερες από όσο φαντάζονται οι επαγγελματίες αγκιτάτορες. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για δυνάμεις αδρανείς δεν δίνουν στόχο, δεν δημιουργούν θόρυβο. Επιπλέον, οι ευνοημένοι του συστήματος της μεταπολίτευσης είναι πολλοί περισσότεροι από τους κατέχοντες υψηλές θέσεις στην οικονομική και κοινωνική πυραμίδα. Είναι και πολλοί άλλοι που περιφέρονται, ζουν, παρασιτούν γύρω από το δημόσιο ταμείο –οργανικοί διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικαλιστές, κομματικά στελέχη, μεταπράτες και αντιπρόσωποι ξένων συμφερόντων, μέλη ΜΚΟ και πολλοί άλλοι. Γιατί αυτοί να αποδεχθούν την ασφυκτική κατάσταση που διαμορφώνεται στη χώρα;  Διότι  συνειδητά ή ασυνείδητα γνωρίζουν ότι στον ανοιχτό στίβο, χωρίς την κομματική πατρωνία, δεν μπορούν να επιβιώσουν, πως τα λίγα που έχουν δεν τα αξίζουν.



Στην αποδοχή αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς τείνουν και ορισμένοι συντηρητικοί πολίτες, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως ρεαλιστές, ο οποίοι πειθήνια και νομοταγώς δεν αρνούνται να πληρώσουν τις φοροεπιδρομές και να υποστούν τις σκληρές θυσίες που εκ των πραγμάτων επιβάλλονται για την έξοδο της Ελλάδας από την πολυεπίπεδη κρίση. Η αφήγηση εδώ συνοψίζεται στην ορθή κατ΄ αρχάς διατύπωση που υποστηρίζει ότι «όποιος κοιτά στο παρελθόν δεν έχει μέλλον» και πως «αφού δεν φωνάξαμε όταν έπρεπε τώρα είναι αργά». Το ισχυρό επιχείρημα εδώ είναι ότι η πολιτική σταθερότητα εντός της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας αργά ή γρήγορα θα φέρει την οικονομική ανάκαμψη, όπως τόσες φορές στο παρελθόν έχει συμβεί. Ολοι αυτοί μαζί συγκροτούν τους -αμυνόμενους αυτή την εποχή- «μνημονιακούς», σύμφωνα με τον νεολογισμό του συρμού, που παρά τα φαινόμενα είναι όπως αναλύθηκε εξαιρετικά ισχυροί. Η συνύπαρξη στο ίδιο στρατόπεδο του θύματος με τον θύτη δεν είναι τόσο παράδοξη στην πολιτική όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Πολύ περισσότερο που στην περίπτωση της μεταπολιτευτικής αθλιότητας τα κριτήρια για τον διαχωρισμό των θυμάτων από τους θύτες είναι ασαφή και εύκολα διαπερατά. Ούτε στην ψυχιατρική το φαινόμενο είναι άγνωστο: ονομάζεται "Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης".


Στους αντίποδες η δεύτερη εναλλακτική λύση, στην οποία μπορεί να στρατευτεί κάποιος εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων, είναι «η επανάσταση», η προσπάθεια για βίαιη ανατροπή του κατεστημένου που θα συνοδεύεται από στάση πληρωμών, αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και ένα  νέο –εν πολλοίς ακαθόριστο και μάλλον άγνωστο- προσανατολισμό για τη χώρα και από εκτεταμένη κοινωνική αναταραχή. Στη βάση αυτή συνωθούνται οι λεγόμενοι «αντιμνημονιακοί», που προέρχονται από τα άκρα του πολιτικού άξονα και τροφοδοτούν το δυναμικό τους από τη συσσωρευμένη οργή, από την απελπισία των ντεσπεράντος που η ελληνική κοινωνία παράγει με ρυθμούς ακατάπαυστους τον τελευταίο καιρό. Η διαφορετική πολιτική αφετηρία εκκίνησης  συνιστά μια κυριαρχική αντίφαση που βαραίνει καταλυτικά  αυτό το κίνημα, μια αντίφαση που εμφανίστηκε εναργώς στους «αγανακτισμένους» αλλά και στα δεκάδες πολιτικά κόμματα  ή κινήσεις που έχουν αναδυθεί από την κρίση χωρίς να αποκτήσουν κάποια αξιοσημείωτη δυναμική.

Μια δεύτερη αντίφαση αφορά στους στόχους, τους πραγματικούς και όχι τους διακηρυσσόμενους, μιας τέτοιας συσπείρωσης.  Η νέα ευρωπαϊκή αριστερά και οι εδώ απηχήσεις της έχουν αποδεχθεί «τις αγορές» και ουσιαστικά από καιρό έχουν απορρίψει «την επανάσταση», που σύμφωνα με τη μετανεοτερική ανάλυση οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Στη θέση της έχουν προκρίνει τη λεγόμενη «δημοκρατική μετάβαση». Στην ίδια λογική συντάσσεται και η ευρωσκεπτικιστική δεξιά, που ασφαλώς δεν συζητεί για κοινωνική ανατροπή και οι ενστάσεις της περισσότερο αφορούν γεωπολιτικές εξελίξεις και ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Από την άποψη αυτή, δεν φαίνεται να μπορεί να υπάρξει κοινή βάση ούτε κάποιας μορφής προγραμματική ενότητα με τη σκληρή μαρξιστική αριστερά, που σταθερή στην ταξική ανάλυση ομιλεί για συστημική κρίση του καπιταλισμού και για πλήρη ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος.

Επιπλέον, ανασταλτικά λειτουργεί η υπαρκτή μεγάλη ευθύνη όσων «αντιμνημονιακών» συμμετέχουν ή προέρχονται από το πολιτικό προσωπικό της μεταπολίτευσης, η οποία δεν μπορεί πλέον να αποκρυβεί. Και η απουσία/έλλειψη ηγετικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να συγκολλήσει, έστω και προσωρινά, τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού που πλήττονται μέχρι εξοντώσεως από την κρίση, εξασθενίζει την ισχύ των «αντιμνημονιακών» στο απαιτητικό πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνει η πολύπλευρη κρίση νομιμοποίησης των μεγάλων κομμάτων.

Από την άλλη πλευρά, οι «αντιμνημονιακοί» έχουν εύκολο έργο καθώς η πρωτοφανούς σκληρότητας αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας έχει ήδη δημιουργήσει τάγματα απελπισμένων, που σε λίγο θα γίνουν στρατιές. Εάν συνυπολογιστεί ότι οι Ελληνες είναι εθισμένοι στο λαϊκισμό είναι πιθανόν συν τω χρόνω η ισχύς των «αντιμνημονιακών» να αυξάνεται. Ασφαλώς όμως ένα τέτοιο ετερόκλητο, ανομοιογενές και εκ φύσεως αντιφατικό και αλληλοαναιρούμενο κίνημα έχει περιορισμένες δυνατότητες να επιφέρει σημαντικές πολιτικές αλλαγές και ως εκ τούτου η ένταξη στους «αντιμνημονιακούς» δεν συνιστά επιλογή αλλά λύση απελπισίας.  



Η τρίτη διέξοδος είναι η μετανάστευση. Απευθύνεται και αγκαλιάζει ως προοπτική θαρραλέους, ταλαντούχους και δημιουργικούς Ελληνες που ασφυκτιούν στην απόλυτη διαπλοκή του προηγούμενου καθεστώτος και που παρατηρούν με θλίψη ότι και οι δύο προαναφερόμενες εναλλακτικές λύσεις του ελληνικού δράματος δεν οδηγούν σε αντιμετώπιση του προβλήματος αλλά σε εμβαλωματικές, κομματοκεντρικές αναπαραστάσεις, γραμμένες από τον ίδιο σεναριογράφο και γυρισμένες από τον ίδιο σκηνοθέτη.


Οι περισσότεροι από εκείνους που έχουν τα προσόντα να σταδιοδρομήσουν στο εξωτερικό παραμένουν στην Ελλάδα στο όνομα ενός επαινετού πατριωτισμού. Όμως έφτασε η στιγμή να καταλάβουν ότι αυτή τη φορά πατριωτισμός είναι η φυγή, είναι η προστασία του εαυτού και της οικογένειας από την πίεση ενός καταθλιπτικού συστήματος που αποσαρθρώνει κάθε δημιουργική προσπάθεια και συντρίβει κάθε καινοτομία.


Και είναι πατριωτισμός αυτή τη στιγμή η μετανάστευση, όχι μόνο επειδή οι προοπτικές στην προηγμένη Δύση είναι πλέον απείρως καλύτερες για επαγγελματική ανέλιξη· όχι μόνο διότι πολλές φορές στο παρελθόν η Διασπορά υπήρξε η πραγματική δύναμη ανόρθωσης  του Ελληνισμού· όχι μόνο διότι η αξιοκρατία που υφίσταται στα προηγμένα κράτη δημιουργεί υπεύθυνους και συνήθως ευημερούντες πολίτες.

Αλλά και επειδή είναι βέβαιο ότι όλοι εκείνοι οι δημιουργικοί πατριώτες που έχουν παλέψει με το «τέρας» της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι εκείνοι που ως αφελή υποζύγια συντηρούν όλους τους υπόλοιπους: τους κομματανθρώπους, τους απατεώνες, τους Δ.Υ., τους «επαναστάτες». Στην ουσία αυτοί, με την εργασία τους και τη δημιουργικότητά τους, συντηρούν τους δυνάστες τους για λόγους εθνικούς… Αν αυτό πάψει, αν οι κηφήνες και τα παράσιτα δεν έχουν πλέον ύλη να απομυζήσουν… Τότε θα είναι μια καινούργια μέρα... Και θα έχει η Ελλάδα μια ελπίδα να αναγεννηθεί...

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Προτροπή για μετανάστευση




Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ

Ποτέ η Ελλάδα δεν παρείχε μεγάλο εύρος ευκαιριών στα παιδιά της. Πολύ περισσότερο σε περίοδο κρίσης –ηθικής, πολιτικής και οικονομικής- οι ορίζοντες στενεύουν, οι δυνατότητες μειώνονται, το ίδιο και οι εναλλακτικές λύσεις. Στην πραγματικότητα, τρεις είναι οι βασικές διέξοδοι μεταξύ των οποίων πρέπει να επιλέξει κάθε σκεπτόμενος Ελληνας για να σχεδιάσει το μέλλον του μετά την κρίση.

Η πρώτη περιλαμβάνει την αποδοχή της κατάστασης όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, στην παραδοχή του καθεστώτος της κλεπτοκρατίας και των φορέων του στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Σε αυτή την περίπτωση ο πολίτης «πληρώνει» έστω γογγύζοντας τα βάρη από τη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την παρασιτοκρατία των προηγούμενων ετών, ελπίζοντας σε οριακές αλλαγές που θα βελτιώσουν κάπως το σύστημα και θα το καταστήσουν εκ νέου λειτουργικό –για απομύζηση εννοείται.

Εκ πρώτης όψεως -κι αν εξαιρέσουμε τους κομματανθρώπους και τους απατεώνες/κρατικοδίατους επιχειρηματίες- κανείς δεν φαίνεται να υποστηρίζει ή να επιθυμεί αυτή την εξέλιξη. Όμως πολλές φορές –όπως και στη ζωή- τα φαινόμενα στην πολιτική απατούν. Οι δυνάμεις της αδράνειας σε μια κοινωνία είναι πολύ ισχυρότερες από όσο φαντάζονται οι επαγγελματίες αγκιτάτορες. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για δυνάμεις αδρανείς δεν δίνουν στόχο, δεν δημιουργούν θόρυβο. Επιπλέον, οι ευνοημένοι του συστήματος της μεταπολίτευσης είναι πολλοί περισσότεροι από τους κατέχοντες υψηλές θέσεις στην οικονομική και κοινωνική πυραμίδα. Είναι και πολλοί άλλοι που περιφέρονται, ζουν, παρασιτούν γύρω από το δημόσιο ταμείο –οργανικοί διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικαλιστές, κομματικά στελέχη, μεταπράτες και αντιπρόσωποι ξένων συμφερόντων, μέλη ΜΚΟ και πολλοί άλλοι. Γιατί αυτοί να αποδεχθούν την ασφυκτική κατάσταση που διαμορφώνεται στη χώρα; Διότι συνειδητά ή ασυνείδητα γνωρίζουν ότι στον ανοιχτό στίβο, χωρίς την κομματική πατρωνία, δεν μπορούν να επιβιώσουν, πως τα λίγα που έχουν δεν τα αξίζουν.


Στην αποδοχή αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς τείνουν και ορισμένοι συντηρητικοί πολίτες, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως ρεαλιστές, ο οποίοι πειθήνια και νομοταγώς δεν αρνούνται να πληρώσουν τις φοροεπιδρομές και να υποστούν τις σκληρές θυσίες που εκ των πραγμάτων επιβάλλονται για την έξοδο της Ελλάδας από την πολυεπίπεδη κρίση. Η αφήγηση εδώ συνοψίζεται στην ορθή κατ΄ αρχάς διατύπωση που υποστηρίζει ότι «όποιος κοιτά στο παρελθόν δεν έχει μέλλον» και πως «αφού δεν φωνάξαμε όταν έπρεπε τώρα είναι αργά». Το ισχυρό επιχείρημα εδώ είναι ότι η πολιτική σταθερότητα εντός της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας αργά ή γρήγορα θα φέρει την οικονομική ανάκαμψη, όπως τόσες φορές στο παρελθόν έχει συμβεί. Ολοι αυτοί μαζί συγκροτούν τους -αμυνόμενους αυτή την εποχή- «μνημονιακούς», σύμφωνα με τον νεολογισμό του συρμού, που παρά τα φαινόμενα είναι όπως αναλύθηκε εξαιρετικά ισχυροί. Η συνύπαρξη στο ίδιο στρατόπεδο του θύματος με τον θύτη δεν είναι τόσο παράδοξη στην πολιτική όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Πολύ περισσότερο που στην περίπτωση της μεταπολιτευτικής αθλιότητας τα κριτήρια για τον διαχωρισμό των θυμάτων από τους θύτες είναι ασαφή και εύκολα διαπερατά. Ούτε στην ψυχιατρική το φαινόμενο είναι άγνωστο: ονομάζεται "Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης".


Στους αντίποδες η δεύτερη εναλλακτική λύση, στην οποία μπορεί να στρατευτεί κάποιος εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων, είναι «η επανάσταση», η προσπάθεια για βίαιη ανατροπή του κατεστημένου που θα συνοδεύεται από στάση πληρωμών, αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και ένα νέο –εν πολλοίς ακαθόριστο και μάλλον άγνωστο- προσανατολισμό για τη χώρα και από εκτεταμένη κοινωνική αναταραχή. Στη βάση αυτή συνωθούνται οι λεγόμενοι «αντιμνημονιακοί», που προέρχονται από τα άκρα του πολιτικού άξονα και τροφοδοτούν το δυναμικό τους από τη συσσωρευμένη οργή, από την απελπισία των ντεσπεράντος που η ελληνική κοινωνία παράγει με ρυθμούς ακατάπαυστους τον τελευταίο καιρό. Η διαφορετική πολιτική αφετηρία εκκίνησης συνιστά μια κυριαρχική αντίφαση που βαραίνει καταλυτικά αυτό το κίνημα, μια αντίφαση που εμφανίστηκε εναργώς στους «αγανακτισμένους» αλλά και στα δεκάδες πολιτικά κόμματα ή κινήσεις που έχουν αναδυθεί από την κρίση χωρίς να αποκτήσουν κάποια αξιοσημείωτη δυναμική.

Μια δεύτερη αντίφαση αφορά στους στόχους, τους πραγματικούς και όχι τους διακηρυσσόμενους, μιας τέτοιας συσπείρωσης. Η νέα ευρωπαϊκή αριστερά και οι εδώ απηχήσεις της έχουν αποδεχθεί «τις αγορές» και ουσιαστικά από καιρό έχουν απορρίψει «την επανάσταση», που σύμφωνα με τη μετανεοτερική ανάλυση οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Στη θέση της έχουν προκρίνει τη λεγόμενη «δημοκρατική μετάβαση». Στην ίδια λογική συντάσσεται και η ευρωσκεπτικιστική δεξιά, που ασφαλώς δεν συζητεί για κοινωνική ανατροπή και οι ενστάσεις της περισσότερο αφορούν γεωπολιτικές εξελίξεις και ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Από την άποψη αυτή, δεν φαίνεται να μπορεί να υπάρξει κοινή βάση ούτε κάποιας μορφής προγραμματική ενότητα με τη σκληρή μαρξιστική αριστερά, που σταθερή στην ταξική ανάλυση ομιλεί για συστημική κρίση του καπιταλισμού και για πλήρη ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος.

Επιπλέον, ανασταλτικά λειτουργεί η υπαρκτή μεγάλη ευθύνη όσων «αντιμνημονιακών» συμμετέχουν ή προέρχονται από το πολιτικό προσωπικό της μεταπολίτευσης, η οποία δεν μπορεί πλέον να αποκρυβεί. Και η απουσία/έλλειψη ηγετικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να συγκολλήσει, έστω και προσωρινά, τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού που πλήττονται μέχρι εξοντώσεως από την κρίση, εξασθενίζει την ισχύ των «αντιμνημονιακών» στο απαιτητικό πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνει η πολύπλευρη κρίση νομιμοποίησης των μεγάλων κομμάτων.

Από την άλλη πλευρά, οι «αντιμνημονιακοί» έχουν εύκολο έργο καθώς η πρωτοφανούς σκληρότητας αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας έχει ήδη δημιουργήσει τάγματα απελπισμένων, που σε λίγο θα γίνουν στρατιές. Εάν συνυπολογιστεί ότι οι Ελληνες είναι εθισμένοι στο λαϊκισμό είναι πιθανόν συν τω χρόνω η ισχύς των «αντιμνημονιακών» να αυξάνεται. Ασφαλώς όμως ένα τέτοιο ετερόκλητο, ανομοιογενές και εκ φύσεως αντιφατικό και αλληλοαναιρούμενο κίνημα έχει περιορισμένες δυνατότητες να επιφέρει σημαντικές πολιτικές αλλαγές και ως εκ τούτου η ένταξη στους «αντιμνημονιακούς» δεν συνιστά επιλογή αλλά λύση απελπισίας.


Η τρίτη διέξοδος είναι η μετανάστευση. Απευθύνεται και αγκαλιάζει ως προοπτική θαρραλέους, ταλαντούχους και δημιουργικούς Ελληνες που ασφυκτιούν στην απόλυτη διαπλοκή του προηγούμενου καθεστώτος και που παρατηρούν με θλίψη ότι και οι δύο προαναφερόμενες εναλλακτικές λύσεις του ελληνικού δράματος δεν οδηγούν σε αντιμετώπιση του προβλήματος αλλά σε εμβαλωματικές, κομματοκεντρικές αναπαραστάσεις, γραμμένες από τον ίδιο σεναριογράφο και γυρισμένες από τον ίδιο σκηνοθέτη.

Οι περισσότεροι από εκείνους που έχουν τα προσόντα να σταδιοδρομήσουν στο εξωτερικό παραμένουν στην Ελλάδα στο όνομα ενός επαινετού πατριωτισμού. Όμως έφτασε η στιγμή να καταλάβουν ότι αυτή τη φορά πατριωτισμός είναι η φυγή, είναι η προστασία του εαυτού και της οικογένειας από την πίεση ενός καταθλιπτικού συστήματος που αποσαρθρώνει κάθε δημιουργική προσπάθεια και συντρίβει κάθε καινοτομία.

Και είναι πατριωτισμός αυτή τη στιγμή η μετανάστευση, όχι μόνο επειδή οι προοπτικές στην προηγμένη Δύση είναι πλέον απείρως καλύτερες για επαγγελματική ανέλιξη· όχι μόνο διότι πολλές φορές στο παρελθόν η Διασπορά υπήρξε η πραγματική δύναμη ανόρθωσης του Ελληνισμού· όχι μόνο διότι η αξιοκρατία που υφίσταται στα προηγμένα κράτη δημιουργεί υπεύθυνους και συνήθως ευημερούντες πολίτες.

Αλλά και επειδή είναι βέβαιο ότι όλοι εκείνοι οι δημιουργικοί πατριώτες που έχουν παλέψει με το «τέρας» της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι εκείνοι που ως αφελή υποζύγια συντηρούν όλους τους υπόλοιπους: τους κομματανθρώπους, τους απατεώνες, τους Δ.Υ., τους «επαναστάτες». Στην ουσία αυτοί, με την εργασία τους και τη δημιουργικότητά τους, συντηρούν τους δυνάστες τους για λόγους εθνικούς… Αν αυτό πάψει, αν οι κηφήνες και τα παράσιτα δεν έχουν πλέον ύλη να απομυζήσουν… Τότε θα είναι μια καινούργια μέρα... Και θα έχει η Ελλάδα μια ελπίδα να αναγεννηθεί...

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Η Τασούλα του Κίτσου και τα ψηφοδέλτια της Βοιωτίας

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ







Τι θα έλεγε η Τασούλα του Κίτσου αν μελετούσε τα ψηφοδέλτια (δείτε τα εδώΤα ψηφοδέλτια των κομμάτων στη ΒΟΙΩΤΙΑ) που κατάρτισαν τα πολιτικά κόμματα, μέσα από τα οποία θα εκλεγούν οι βουλευτές που θα εκπροσωπήσουν τη Βοιωτία στο Κοινοβούλιο; Θα αποφαινόταν –όπως οι περισσότεροι φαντάζεστε-  με τον χαρακτηριστικό και πειστικό της τρόπο: «Τράτζικ». Αν δε η Τασούλα μάθαινε το παρασκήνιο που εξελίχθηκε στη Λιβαδειά, στη Θήβα και στην Αθήνα για τη στελέχωση των ψηφοδελτίων κυρίως του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, και σε άλλα κόμματα, είναι βέβαιο ότι θα αναφωνούσε: «Εειτε ξεφύγj»…

Στην πραγματικότητα -και καθώς η χώρα έχει εισέλθει σε μια μακρά διαδικασία συστημικής αστάθειας που διαμορφώνει όρους πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής αποσύνθεσης- όσα αυτές τις μέρες έλαβαν χώρα σχετικά με τη συμπλήρωση των συνδυασμών αλλά και τα ίδια τα ψηφοδέλτια των πολιτικών κομμάτων δεν θα μπορούσαν να βρουν ακριβέστερη αναλογία από ένα κακοστημένο τσίρκο. Όπως σε κάθε τσίρκο υπάρχουν κι εδώ κονφερασιέ, ακροβάτες, ισορροπιστές, «μάγοι», θηριοδαμαστές και σαλτιμπάγκοι. Υπάρχουν βέβαια -σε μεγαλύτερο ποσοστό από άλλοτε- αρκετοί κλόουν. Δεν είναι δύσκολο να αντιστοιχίσετε τους περισσότερους υποψηφίους –φυσικά τους ευρύτερα γνωστούς- σε μια από τις κατηγορίες των επαγγελματιών που κάνουν καριέρα στο τσίρκο για να διαπιστώσετε την εμφανή ομοιότητα.

Και σ’ αυτές τις εκλογές δεν αποτελεί φυσικά έκπληξη η χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, που άλλωστε αναπαράγεται και διαιωνίζει την κυριαρχία του τα τελευταία 30 χρόνια αντλώντας εφεδρείες ίδιων ή και μικρότερων δυνατοτήτων ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει τη δημόσια εκπαίδευση και τις πραγματικές προσπάθειες πολιτιστικής ανάτασης και επιδοτεί ποικιλοτρόπως το αίσχος της ΕΡΤ και της ιδιωτικής τηλεόρασης. Παράγονται μ’ αυτήν τη διαδικασία πολιτικοί εκπρόσωποι σε όλες τις βαθμίδες της εξουσίας που είναι οπωσδήποτε μειωμένων προσόντων και ευφυΐας αλλά επιπλέον ήδη διαβρωμένοι, ήδη παλαιοκομματικοί και ιδιοτελείς.

Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί σ' αυτή τη δύσκολη και επικίνδυνη συγκυρία επιμένουν όλοι αυτοί, παλαιοί και νέοι υποψήφιοι, να μας σώσουν; Σίγουρα ειδικά για συγκεκριμένους πρόκειται για ένα απύθμενο θράσος, θράσος που την τελευταία 30ετία έχει αναχθεί –όπως είναι φυσικό σε περιβάλλον ανομίας- σε τρόπο ζωής και επιβολής. Στην περίπτωση, όμως, των εκλογών του 2012 πίσω από το περιτύλιγμα του θράσους κρύβεται και μια κολοσσιαία άγνοια για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα. Εκείνοι που στήριξαν τις πολιτικές της αλόγιστης πιστωτικής επέκτασης και της υιοθέτησης αδιακρίτως όλων των κοινωνικών αιτημάτων, της διόγκωσης του Δημοσίου, της μίζας και της ρεμούλας δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν τον φορέα της αλλαγής. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θέλουν δεν μπορούν, δεν έχουν τα προσόντα, τις δυνατότητες και το ηθικό μεγαλείο να διαχειριστούν -ακόμη λιγότερο να αναστρέψουν- την ταχύτατη κατάδυση της ελληνικής κοινωνίας σε βαλκανικές ορίζουσες.

Η πρόγνωση δεν είναι καλή. Το τσίρκο της μεταπολίτευσης φαίνεται πώς με την πτώση του θα συμπαρασύρει και τη χώρα. Οι εκλογές της 6ης Μαίου όπως καθίσταται εμφανές μετά και την ανακοίνωση των συνδυασμών των κομμάτων δεν θα επιλύσουν το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας αλλά θα το επιτείνουν. Η αβελτηρία, η ανικανότητα, η άγνοια, η ιδιοτέλεια, η ανηθικότητα θα είναι παρούσες και την επαύριο των γενικών εκλογών ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Κι εκείνο που μένει αφήνοντας μια στυφή γεύση στο στόμα είναι η συνειδητοποίηση ότι και αυτή ευκαιρία χάνεται παρότι υπάρχει τεράστιο αναξιοποίητο δυναμικό από Ελληνίδες και από Ελληνες που μπορούσαν να δώσουν την άνιση μάχη για την Πατρίδα.   

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Η αυτοκτονία στο Σύνταγμα και το Μνημόνιο

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ













«Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας».

Με αυτά τα λόγια ξεκινά το φημισμένο δοκίμιό του «Ο Μύθος του Σίσυφου» ο σπουδαίος Γάλλος νομπελίστας Αλμπέρ Καμί, ο οποίος αμέσως παρακάτω σπεύδει να διευκρινίσει ότι η ίδια η πράξη της αυτοκτονίας σε μερικές περιπτώσεις συνδέεται με «έντιμα αίτια», όπως οι πολιτικές αυτοκτονίες διαμαρτυρίας…

Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο 77χρονος συνταξιούχος φαρμακοποιός που έβαλε τέλος στη ζωή του το πρωί στην πλατεία Συντάγματος, προέβη σε μια τραγική όσο και έμπρακτη κριτική της μεταπολιτευτικής μας δημοκρατίας, σε μια ακραία πράξη πολιτικής διαμαρτυρίας, που πολλοί χαρακτηρίζουν ως «το πρώτο αίμα» της άδηλης αλλά οπωσδήποτε οδυνηρής κατάληξης της ελληνικής τραγωδίας. Από την άποψη αυτή το απονενοημένο διάβημά του μπορεί να κριθεί πολιτικά, όπως άλλωστε πιθανότατα και ο ίδιος θα επιθυμούσε, χωρίς να υφίσταται υποψία τυμβωρυχίας.

 Καθώς ολόκληρη η χώρα έχει επιδοθεί στην ανάλυση των συμφραζομένων  μιας τόσο ηχηρής και ταυτόχρονα θλιβερής ενέργειας, η οποία συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και ανάγκασε και διάφορους πολιτικούς να προβούν σε άθλιες δηλώσεις, είναι ευκαιρία να καταρρίψουμε ένα μύθο που δηλητηριάζει την ελληνική κοινωνία διασπείροντας την απελπισία και την αβεβαιότητα.

 Πρόκειται για ένα βολικό αλλά ταυτόχρονα επιζήμιο για το εθνικό συμφέρον μύθο, μύθο που -σε διάφορες παραλλαγές- ισχυρίζεται ότι «για όλα φταίει το Μνημόνιο» Στην ουσία το «Για όλα φταίει το Μνημόνιο» επέχει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα τη θέση μιας οιονεί μεγάλης αφήγησης καθώς υποστασιοποιείται πολιτικά επιχειρώντας να ρυθμίσει συνολικά την κοινωνική αντίδραση στα εφιαλτικά μέτρα που πλήττουν αδιαφοροποίητα όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Όμως -όπως από την πρώτη στιγμή έχω γράψει-  το «Όχι στο Μνημόνιο» δεν συγκροτεί –φευ- ιδεολογία.


Ο μύθος συνίσταται στην εσκεμμένη παραθεώρηση της πραγματικότητας και στην εκτροπή της λαϊκής οργής από τους πραγματικά υπεύθυνους, τους εγχώριους πολιτικούς απατεώνες προς τους κακούς ξένους και προς τα σκοτεινά συμφέροντα - όχι ότι δεν υπάρχουν όλα αυτά, αλλά δεν είναι οι κύριοι αίτιοι της προϊούσας εξαθλίωσης. Αποτελεί επιπλέον ο μπαμπούλας του Μνημονίου το όχημα για την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή μιας ρητορικής του μίσους, μιας συνεχούς κινδυνολογίας που παρασύρει πολλούς αγνούς και ευάλωτους ανθρώπους στην ατομική τους καταστροφή μέσω ενός διαρκούς σφυροκοπήματος από υστερικούς και καιροσκόπους αναλυτές, με την ευγενική αρωγή των ΜΜΕ και πολλών αφελών ή ιδιοτελών αντηχείων στο διαδίκτυο και social media. 



Ας το πούμε λοιπόν καθαρά: Για την εξαθλίωση των Ελλήνων πολιτών, για τη διαρκή επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου που οδηγεί πολλούς ευαίσθητους συνανθρώπους μας, όπως ο άτυχος φαρμακοποιός, σε λύσεις απελπισίας δεν ευθύνεται το Μνημόνιο, η Τρόικα, η Μέρκελ και ο Χατζηπετρής, όπως πολλοί πιστεύουν και άλλοι με ζέση υποστηρίζουν.


Το Μνημόνιο, το PSI+, η δανειακή σύμβαση και τα μέτρα που σχετίζονται με τη δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας είναι λάθος φάρμακο, σύμφωνοι. Τις παρενέργειες της άστοχης θεραπείας –την οποία μην λησμονούμε εφαρμόζει η πολιτική τάξη που οδήγησε τα πράγματα εδώ- πλήρωσαν και πληρώνουν πολλοί πανάκριβα.  Αλλά το Μνημόνιο είναι η ήδη αποτυχημένη προσπάθεια της ίασης ενός βαρέως νοσούντος ασθενούς. Και δεν τίθεται θέμα, το Μνημόνιο πρέπει να ανατραπεί, πρέπει να εγκαταλειφθεί καθώς οδηγεί με βεβαιότητα στην κοινωνική καταστροφή. Όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι το Μνημόνιο η ίδια η ασθένεια.

 Ποια είναι η ασθένεια; Είναι η χρεοκοπία της Ελλάδας. Η χρεοκοπία του ελληνικού μοντέλου διακυβέρνησης, η ηθική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση στην οποία βύθισε μια ολόκληρη χώρα η μεταπολιτευτική  γενιά. Αυτή είναι η ασθένεια που κατατρώει την πατρίδα και που ήδη έχει πολλά θύματα με την κυριολεκτική έννοια του όρου.


Από την πλευρά αυτή και εφόσον έγινε η σωστή διάγνωση  είναι εύκολο να εντοπιστούν οι ηθικοί αυτουργοί που βρίσκονται πίσω από την αυτοκτονία του 77χρονου: είναι όλοι εκείνοι που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα κοινά, αυτοί που έλαβαν μέρος στην απίστευτου ύψους ληστεία –μοναδικής στα παγκόσμια χρονικά-  που διαπράχθηκε εναντίον της χώρας τα τελευταία 30 χρόνια.

Είναι όλοι εκείνοι που ακόμη και τώρα εξακολουθούν να κλέβουν, να εξαπατούν, να εκβιάζουν τον ελληνικό λαό, όλοι εκείνοι που διέφθειραν τους θεσμούς και τους ανθρώπους που είχαν ταχθεί να τους υπηρετήσουν, όλοι εκείνοι που διαμόρφωσαν την άθλια κατάσταση της Ελλάδας του 2012. Ολοι εκείνοι που προκηρύσσουν ψεύτικες προσλήψεις προεκλογικά, που καταθέτουν τροπολογίες ντροπής στο υπό διάλυση κοινοβούλιο.

Αλλά και όλοι εκείνοι που εγκαταλείπουν το πλοίο, πιστεύοντας ότι για μια ακόμη φορά ο λαός θα ξεχάσει και προσπαθώντας να μας πείσουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η επί 30ετία ληστεία των δημόσιων πόρων αλλά η διακοπή της διασπάθισης του κοινού ταμείου, στο μέτρο που αυτό εξ ανάγκης συμβαίνει σήμερα. Ολοι αυτοί...
Τους γνωρίζετε όλοι. Το ζήτημα είναι να μην τους ξεχάσετε…



Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Μάρτιος 1821. Η κήρυξη της Επανάστασης στη Λιβαδειά. Μέρος Α'


Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/ Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ

Η εκδήλωση των επαναστατικών γεγονότων «φθίνοντος του Μαρτίου» του 1821 στη Λιβαδειά υπήρξε καίριας σημασίας για την επέκταση και την εδραίωση της εξέγερσης των Ελλήνων που είχε κατασταλεί μεν  στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες αλλά είχε αναζωπυρωθεί με μεγάλη ένταση στην Πελοπόννησο.

Δεν ήταν δυνατόν να γίνει αλλιώς καθώς η Λιβαδειά ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα έχει εξελιχθεί στη σημαντικότερη πόλη της Στερεάς Ελλάδας, της Αθήνας περιλαμβανομένης, και αντίστοιχα εξαιρετικά σπουδαία ήταν η πολιτική, στρατιωτική και συμβολική της σημασία για την επιτυχία της Επανάστασης. 

Η Γκιαούρ Λιβαδειά -όπως την αποκαλούσαν οι ίδιοι οι Οθωμανοί- στην έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας είχε 10.000 Ελληνες κατοίκους, οι οποίοι επιδίδονταν με ξεχωριστή επιτυχία στο εμπόριο, τη γεωργία και τη βιοτεχνία. Επιπροσθέτως στη Λιβαδειά οι προεστοί -τα θρυλικά καλπάκια της Λιβαδειάς- είχαν επιδείξει ενότητα, μετριοπάθεια, σωφροσύνη, ευελιξία και σοβαρές διπλωματικές ικανότητες μεγιστοποιώντας τα οφέλη της κοινοτικής διοίκησης για τους ίδιους αλλά και για τους Λιβαδείτες με την αξιοποίηση των εγγενών αδυναμιών του φεουδαρχικού και δομικά διεφθαρμένου οθωμανικού καθεστώτος και καθιστώντας την πόλη πρότυπο προόδου και ευημερίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους η Λιβαδειά αποτελούσε το κέντρο δράσης της Φιλικής Εταιρείας στη Στερεά από το 1820. Ο Αθανάσιος Ζαρείφης, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας στη Λιβαδειά, διαδραμάτισε τον σπουδαιότερο ρόλο δημιουργώντας ένα επαναστατικό πυρήνα με τη συμμετοχή των ισχυρών ονομάτων της πόλης μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν οι πρόκριτοι Νικόλαος Νάκος, Ιωάννης Λογοθέτης, Ιωάννης Φίλων, Εμμανουήλ Σπυρίδωνος και Παναγιώτης Λιδωρίκης.

Την εποχή εκείνη στη Λιβαδειά  διατελούσε βοεβόδας ο Καρά Ισμαήλ Αγάς, ο οποίος όπως αναφέρει ο Φιλήμων «ήτο ανήρ πνεύματος, πείρας πραγμάτων και μεγάλης περιουσίας». Ο έμπειρος Τούρκος αξιωματούχος παρατηρώντας στις αρχές του 1821 τη διακίνηση πολλών ξένων στην πόλη όπως και την φιλοξενία που παρείχε σε αυτούς ο άρχοντας της Λιβαδειάς Ιωάννης Λογοθέτης υποψιάστηκε τη συνωμοσία και ζήτησε από τον διοικητή Εύβοιας, τον περιβόητο Γιουσούφ Πασά και τον  Μαχμούτ Πασά γνωστότερο ως Δράμαλη την άδεια να θανατώσει τους υπόπτους ως υποκινητές ταραχών. Οι πρόκριτοι της Λιβαδειάς δωροδόκησαν τους Τούρκους Πασάδες ο Καρά Ισμαήλ Αγάς αντικαταστάθηκε από το Χασάν Αγά.

Απερίσπαστοι οι πρόκριτοι της Λιβαδειάς συνέχισαν την προετοιμασία της εξέγερσης σε συνεργασία με τους απεσταλμένους της Φιλικής Εταιρείας. Στις διαβουλεύσεις αυτές λαμβάνει μέρος με πρωτοφανή ενθουσιασμό ο από τις 26ης Οκτωβρίου 1820 «παντούρης και καπετάνος» του καζά της Λιβαδειάς Αθανάσιος Διάκος, ο 30χρονος οπλαρχηγός που είχε διατελέσει από το 1816 πρωτοπαλίκαρο του περίφημου αρματολού Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο Διάκος όπως αναφέρει ο βιογράφος του Σπυρίδων Φόρτης  διατήρησε αμείωτο το φιλελεύθερο πνέυμα του ζώντας μέσα στην απολύτως διεφθαρμένη αυλή του Αλή Πασά καθώς "υφ' ενός και μόνου εφλέγετο πόθου διακαούς, της απελευθερώσεως της όλης ελληνικής φυλής, ως εξωτερικήν δε εκδήλωσιν του πόθου του τούτου έφερεν επί της δεξιάς του χρυσούν δακτύλιον, ον μετεχειρίζετι και ως σφραγίδα, εν ω άνωθεν κεγχαραγμένος ο Σταυρός, εις δε τα κορυφάς των γωνιών, των αποτελουμένων υπό του Σταυρού τα γράμμτα Ο.Θ.Ν.Κ. δηλούντα συμβολικώς το "Ο Θεός Νικά" κάτωθεν δε του Σταυρού ο δικέφαλος Αετός, το εθνικό σύμβολον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας".

Στα μέσα Μαρτίου 1821 επανέκαμψε από την Κωσνταντινούπολη στην έδρα του ο Μητροπολίτης Σαλώνων   Ησαΐας που έφερε μαζί του το μήνυμα του μεγάλου ξεσηκωμού. Ο ηρωικός μητροπολίτης που καταγόταν από τη Δεσφίνα συγκάλεσε προεστούς και οπλαρχηγούς στον Οσιο Λουκά και τους ανακοίνωσε ότι η ώρα της Παλιγγενεσίας πλησιάζει  και ότι ήταν η στιγμή να ξεκινήσουν οι πρακτικές προετοιμασίες. Τρόφιμα και εφόδια άρχισαν να συλλέγονται στα μοναστήρια από τους ενθουσιώδεις μοναχούς που διακρίθηκαν και στην κατασκευή φυσεκιών δημιουργώντας προπύργια του λύσωωδους αγώνα που σε λίγο θα ξεσπούσε.

Ωρες αγωνίας στη Λιβαδειά

Ο Αθανάσιος Διάκος, ο καπετάνιος της Λιβαδειάς, φιλοδοξούσε  να είναι ο πρώτος που θα «σηκώσει τα άρματα» στη Στερεά Ελλάδα. Όμως ο Νικόλαος Νάκος, ο σεβάσμιος πρόκριτος, φρονούσε ότι η εξέγερση έπρεπε να ξεκινήσει από τος ορεινές περιοχές της Ρούμελης για λόγους που εύκολα γίνονται κατανοητοί. Οι άλλοι πρόκριτοι, ο Ιωάννης Λογοθέτης, ο Ιωάννης Φίλων αλλά και ο Λάμπρος Νάκος γιος του Νικόλαου, μετά από αμφιταλαντεύσεις τάχθηκαν με τη γνώμη του Διάκου για άμεση κήρυξη της Επανάστασης στη Λιβαδειά. Ολοι όμως σύμφωνησαν ότι έπρεπε να έχουν την εντολή από το κέντρο της Φιλικής Εταιρείας στην Παλαιά Ελλάδα, την Πάτρα. Αποφασίστηκε να ταξιδέψει στην αχαϊκή πόλη, το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου, ο Βασίλης Μπούσγος, ο οποίος θα συναντούσε εκεί τον πρόξενο της Ρωσίας Ιωάννη Βλασσόπουλο  και  θα αντλούσε έγκυρες πληροφορίες για τη φύση και τις προοπτικές της εξέγερσης.

Ο Μπούσγος αναχώρησε από τη Λιβαδειά στις 24 Μαρτίου 1821 και την επόμενη μέρα φθάνοντας στο Γαλαξίδι έμαθε ότι ο Μοριάς είχε ξεσηκωθεί. Αμέσως ετράπη προς τη Λιβαδειά για να φέρει το μεγάλο μήνυμα. Στην Αράχωβα συγκέντρωσε τους κατοίκους και τους συνέστησε να λάβουν τα όπλα και να αποκλείσουν τις διαβάσεις αποκόπτοντας την επικοινωνία των εχθρικών στρατευμάτων μεταξύ Σαλώνων και Λιβαδειάς. Στο Χάνι του Ζεμενού ο Μπούσγος σκότωσε ένα Τούρκο τατάρη, ταυχδρόμο δηλαδή, και τον σωματοφύλακά του που μετέφερε ειδήσεις για τα γεγονότα της Πελοποννήσου και των Σαλών στους Οθωμανούς της Λιβαδειάς και στις 26 Μαρτίου εισήλθε στη Λιβαδειά ανακοινώνοντας στον Διάκο και τους πρόκριτους ότι η «μεγάλη ώρα» είχε φτάσει.

Εν τω μεταξύ τον φόνο των δύο Τούρκων ταχυδρόμων στο Ζεμενό πληροφορήθηκε ο Χασάν Αγάς και κάλεσε τον Διάκο και του προεστούς για να τους καταγγείλει το γεγονός. Οι πρόκριτοι δείλιασαν προς στιγμή όμως ο Διάκος τους ενεθάρρυνε και τους συνόδευσε στον Οθωμανό αξιωματούχο με 20 οπλοφόρους και μεταξύ τους τον ίδιο τον Βασίλη Μπούσγο .
Η συνομιλία με τον βοεβόδα της Λιβαδειάς όπως την παραθέτει ο Φιλήμων είναι ενδεικτική της τροπής που είχαν λάβει και τα γεγονότα και οι ψυχές των ανθρώπων στις κρίσιμες εκείνες ώρες.

«Αμα δε παρουσιασθένταςηρώτησεν ο βοεβόνδας, πώς φέρετε μεθ' υμών τον Μπούσγον, εν ω εθανάτωσε χθες τον ταχυδρόμον Τούρκον και έναν Αλβανόν εν τω ξενοδοχείω τού Ζεμενού;

Ο Διάκος κατά πρώτον μέν ανήρεσεν ως ψευδή τα κατά του Βούσγου διαθρυλούμενα, έπειτα δε αποταθείς προς τον βοεβόνδαν είπε:

- "Ξέρεις, αγά, ότι τον μουκατά (υπό διοίκηση περιοχή) σου δέν θα μπορέσης να συμμάσης εφέτος; Έμαθα ότι ο Δυσσέος ευγήκε ζορμπάς (αντάρτης) εις τόν Μοριά με δέκα χιλιάδες και αν κάμη εδώθε, αλλοίμονο εις τον κόσμον Τούρκους καί Ρωμιούς!"

- "Απρόσβλητος άρα έσεται παρά σού ο Οδυσσεύς;"

- "Και πως μπορώ να τον βαρέσω αγά, με μόνο εκατό στρατιώτας πού έχω;"

- "Οι χωρικοί τής επαρχίας έχουσιν όπλα."

- "Αρματα μπορώ να συνάξω, αλλά πρέπει νά 'χω καί μπουγιουρδί (εντολή)."



Ο βοενβόδας συγκατατέθη ευθύς και ούτως ο Διάκος εφωδιασμένος και διά διαταγής περί του οπλισμού των χωρικών, εξήλθεν αυθωρεί εκ της πόλεως στρατολογών αναφανδόν και δραστηρίως εις δε τα απώτερα μέρη της επαρχίας έπεμψε διατάσσων την συγκέντρωσιν των ενόπλων εν τη Μονή Λυκούρεσι, απεχούση της πολέως βορειοδυτικώς επί μίαν και ημίσειαν ώρα»
[Δοκίμιον Ιστορικόν περί τής Ελληνικής Επαναστάσεως παρά Ιωάννου Φιλήμονος]

Την ίδια ημέρα στις 26 Μαρτίου 1821 μετά από πολύωρη σύσκεψη οι πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί της περιοχής της Λιβαδειάς αποφάσισαν την άμεση κήρυξη της Επανάστασης. Και στις 27 Μαρτίου στη Μονή του Οσίου Λουκά   έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Στη συγκινητική δοξολογία -όπου ευλογήθηκαν τα ιερά όπλα- χοροστάτησαν ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο Σαλώνων Ησαΐας και παρέστησαν οι εκλεκτότεροι  Ελληνες της επαρχίας, στα όπλα, στη φρόνηση και στ' "άσπρα".
Θα συνεχίσουμε με τα συνταρακτικά γεγονότα της απελευθέρωσης της Λιβαδειάς από τον Αθανάσιο Διάκο.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Ενα γιαούρτι στο πουκάμισο το θαλασσί

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ
Καθώς κανένας εχέφρων άνθρωπος δεν θα ήθελε να είναι στη θέση των εκπροσώπων του ελληνικού κράτους στην εξέδρα των επισήμων την 25η Μαρτίου 2012, το «ιπτάμενο γιαούρτι» τείνει να αναχθεί σε σύμβολο αντίστασης απέναντι  στην  επιχειρούμενη συνολική υποβάθμιση της Ελλάδας.  Στη μετα-παρακμιακή πραγματικότητα μιας χώρας που σέρνεται ράθυμα σε μια παγκοσμίως πρωτότυπη slow motion κοινωνική έκρηξη από πολίτες που θα προτιμούσαν να παρακολουθούν τούρκικα σίριαλ παρά να συλλογίζονται και να δρουν πολιτικά για να προσπελάσουν με αξιοπρέπεια το δύσκολο έως εφιαλτικό μέλλον τους, δεν θα ανέμενε κανείς κάτι πιο πρακτικό ή αποτελεσματικό παρά «κράξιμο και γιαουρτοβολές».

Τα φαινόμενα αποδοκιμασίας του «συστήματος» πληθαίνουν καθημερινά και δεν απέχει η στιγμή που είδηση θα είναι όταν θα περνά μέρα ή εκδήλωση χωρίς προπηλακισμούς. Μεγάλη ώθηση στη συζήτηση –μέτρο της κουτσομπολίστικης ζωής που βιώνουν οι περισσότεροι Ελληνες- δόθηκε  πάντως από τη στιγμή που εκλεκτά γαλακτομικά προϊόντα προσέθεσαν υπόλευκες πινελιές στο πουκάμισο το θαλασσί του Γιώργου Νταλάρα, του πολυ-καλλιτέχνη, του οποίου η πολυκύμαντη καριέρα αποτελεί την επιτομή της άθλιας μεταπολιτευτικής Ελλάδας.  

Το γιαούρτωμα από κοινωνική άποψη -μοιάζει κάπως με τον πληθωρισμό: λίγος πληθωρισμός της τάξης του 2% δεν βλάπτει την οικονομία, είναι ίσως δείκτης οικονομικής υγείας. Αλλά ο πληθωρισμός έχει την τάση να εξελίσσεται  με τρόπους που δεν κατανοούμε ή δεν μπορούμε να ελέγξουμε δημιουργώντας φαινόμενα μεσοπολεμικής Γερμανίας. Από την άποψη αυτή όλες οι Κεντρικές Τράπεζες των χωρών του κόσμου φροντίζουν να περιορίζουν τα πληθωριστικά φαινόμενα ρυθμίζοντας κατάλληλα τα επιτόκια και το Μ3.

Οπως ο χαμηλός πληθωρισμός στην οικονομία, το ίδιο και το γιαούρτωμα ως εκδήλωση αποδοκιμασίας επισήμων ή επωνύμων δεν βλάπτει θεμελιωδώς τη δημοκρατία και μάλιστα μια κίβδηλη δημοκρατία σαν την ελληνική. Ούτε από τη φύση του περιέχει τίποτε τρομακτικό, παρά τα όσα διατείνονται βολεμένοι και όψιμοι οπαδοί ενός αφασικού, άνισου, κατ' επίφασιν πλουραλισμού, οι ίδιοι που σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει να είναι αποδεδειγμένα κακουργηματικά κλέφτες ή κατ’ εξακολούθηση εκβιαστές. Αντιθέτως πρόκειται για ήπια μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας –στις προηγμένες χώρες της Δύσης χρησιμοποιούνται συνήθως τούρτες, λόγω παράδοσης (μεγαλειώδες θεωρείται το "τούρτωμα" του Μπιλ Γκέιτς). Η αποδοκιμασία ενός προσώπου με γιαούρτωμα εμπεριέχει την έννοια του εξευτελισμού του και δεν συνιστά άσκηση βίας καθώς η ρίψη του «γαλακτερού» δεν αποσκοπεί στην πρόκληση σωματικής κάκωσης και δεν απειλεί τη σωματική ακεραιότητά του.

Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει στην περίπτωση αυτή Κεντρική Τράπεζα που να ρυθμίζει τη δεδομένη διαφορά μεταξύ αποδοκιμασίας και άσκησης βίας. Κι εκείνο που προβληματίζει είναι η σχεδόν πάντοτε βέβαιη μετατροπή ενός γιαουρτιού σε γκλομπ και λίγο αργότερα σε σφαίρα, με τρόπους που δεν μπορούμε ούτε να προβλέψουμε ούτε να διαχειριστούμε. Δεν είναι μόνο η ιστορική εμπειρία η οποία επιβεβαιώνει τον φαύλο κύκλο της βίας, που πολλές φορές ξεκινά ως μορφή ζωηρής  διαμαρτυρίας και εκφυλίζεται σε σκληρή αντιπαράθεση.

Είναι η ίδια η πραγματικότητα. Πολλώ μάλλον όταν τα συμφέροντα τα οποία διακυβεύονται γύρω από τη χρεοκοπία της Ελλάδας είναι τόσο μεγάλα που η στρατηγική της έντασης αποτελεί οπωσδήποτε εξεταζόμενη διέξοδο για το «σύστημα». Οσο κι αν είναι υποκριτές όλοι εκείνοι που καταδικάζουν την έμπρακτη διά του γιαουρτώματος αποδοκιμασία, παραμένει αξίωμα ότι η άσκηση σωματικής βίας στην πολιτική διαπάλη αποτελεί δείκτη πολιτικής υπανάπτυξης που οδηγεί σε επικίνδυνες -αλλά εύκολα προβλέψιμες- ατραπούς.
Δεν είναι το γιαούρτωμα αυτό καθαυτό κίνδυνος, καθώς όπως είπαμε δεν αποτελεί βία. Αλλά αυτό που με ισχυρές πιθανότητες θα ακολουθήσει το γιαούρτωμα είτε ως άμυνα των συμφερόντων που θίγονται είτε ως αντίδραση της μάζας μπροστά σε ένα κενό εξουσίας.

Δεν είναι τα γιαουρτώματα αποτελεσματικός τρόπος μεταβολής μιας οικτρής πραγματικότητας, παρά μια μορφή εκτονωτικής επιεικούς εκδίκησης ενός απατημένου και ως εκ τούτου συμπλεγματικού/ενοχικού λαού.  Αλλά στις δημοκρατίες είναι ασφαλώς οι γενικές εκλογές ο μόνος ασφαλής δείκτης της κατεύθυνσης για τη λύση που απαιτούν οι πολίτες στο κοινωνικοιοκονομικό δράμα της χώρας εδώ και 2 χρόνια. Την αρχή του δράματος δηλαδή, γιατί έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Και βέβαια φημισμένο σε ολόκληρη την υφήλιο γιαούρτι…

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Επίθεση στο μετρό της Αθήνας και πολιτική βία

Γράφει
ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ










Η αποτυχημένη επίθεση στο Μετρό της Αθήνας επαναφέρει στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο την τρομοκρατία σε ένα εκρηκτικό περιβάλλον - που εξελίσσεται σε θερμοκήπιο εκδηλώσεων πολιτικής βίας.
Η προσπάθεια εκ μέρους των άγνωστων ανταρτών πόλης για την «όξυνση της ταξικής πάλης», σύμφωνα με την παλαιά κομματική αργκό, δεν προοιωνίζεται τίποτε θετικό για την πολύπαθη Ελληνική Δημοκρατία.  Αντίθετα, προσθέτει μια ακόμη ανεξάρτητη μεταβλητή στην άλυτη εξίσωση μιας αποσβολωμένης κοινωνίας, που δέχεται το ένα βίαιο χτύπημα μετά το άλλο.

Χωρίς αμφιβολία δεν υπάρχει φυσιολογικός άνθρωπος που να μην καταδικάζει τρομοκρατικές ενέργειες, όπως η τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού στο μετρό. Μόνο ημιπαράφρονες θεωρούν ότι  οι τρομοκρατικές επιθέσεις ή οι αιματηρές ρήξεις μπορούν να μεταβάλουν, προς όφελος των πολλών, την πολιτική κατάσταση.

Ομως, θεωρητικά και πρακτικά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το ζήτημα της βίας και ιδιαίτερα της πολιτικής βίας είναι παλαιό, διαρκώς επανερχόμενο, σύνθετο και περίπλοκο. Η ίδια η βία -συστατικό στοιχείο του κράτους- αντιμετωπίζεται κατά βάσιν αρνητικά στις σύγχρονες κοινωνίες και η χρήση της από τους πολίτες, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, απαγορεύεται. Καθώς οι ψυχίατροι και οι κοινωνιολόγοι αναγνωρίζουν ότι η σποραδική βία αποτελεί τη βαλβίδα ασφαλείας της κοινωνίας για την εκτόνωση της ανθρώπινης τάσης για γενικευμένη βία, η τρομοκρατία τείνει να θεωρείται αναγκαίο κακό στις μεταβιομηχανικές μεταμοντέρνες κοινωνίες. Η σποραδική βία –σύμφωνα με αυτή την άποψη- είναι το τίμημα για την ειρήνη που επικρατεί στον κόσμο.

Επιπλέον, η πολιτική βία είναι συγκρουσιακή, επομένως και θεαματική, και από την άποψη αυτή οι πρακτικές της έλκουν νεαρά άτομα με περιορισμένες γνώσεις αλλά ισχυρά κίνητρα ανάδειξης κι ακόμη ρομαντικούς ή αναμορφωτές, πιστούς της επαναστατικής θρησκείας ή ευήθεις ιδεολόγους που θυσιάζονται για την ουτοπία ή συνηθέστερα θυσιάζουν άλλους για αμφίβολα ιδανικά.

Η καταδίκη της πολιτικής βίας (που κάποιοι με ακαθόριστα όρια διακρίνουν σε ατομική και μαζική) είναι πάντοτε ομόθυμη από τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις και τους άλλους θεσμούς της κοινωνίας. Και η καταδίκη αυτή αφορά στην ηθική απαξία της τρομοκρατικής ενέργειας που «στοίχισε αθώες ζωές» κ.λπ. κ.λπ.

Η ηθική πλευρά, η αξία ή η απαξία που προσδίδεται σε μια πολιτική πράξη, είναι σπουδαία από την κοινωνική πλευρά και συμπεριφορά, αλλά φοβάμαι ότι σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε αποσύνθεση, όπως η ελληνική, δεν μπορεί κανείς στα σοβαρά να επικαλεστεί τις κοινές αξίες ή τη δημόσια ηθική για να αποτρέψει τρομοκρατικές ενέργειες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πάντως ότι το να δολοφονείς αθώους πολίτες για να προωθήσεις πολιτικούς στόχους είναι απάνθρωπο, είναι ανήθικο.

Εκείνο όμως που αφαιρεί κάθε υπόσταση από την πολιτική βία είναι το γεγονός ότι η χρήση της είναι αναποτελεσματική για τους ίδιους τους στόχους που θέλει να υπηρετήσει. Η βία σε όλες της τις εκφάνσεις είναι πολιτικά ατελέσφορη.
Οταν η πολιτική βία είναι χαμηλής έντασης και λειτουργεί συμβολικά ως ατομική τρομοκρατία μπορούν να διατυπωθούν οι εξής εμπειρικές διαπιστώσεις:

Οι ενέργειες πολιτικής βίας ή πολιτικής αντιβίας, όπως ονομάζονται από τους ακτιβιστές, ή τρομοκρατικές, όπως αναφέρονται από τα ΜΜΕ, διαχρονικά δεν έχουν προσφέρει τίποτε πρακτικό στον απλό λαό προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των όρων της ζωής του. Στο πολιτικό επίπεδο τα αποτελέσματα ενεργειών πολιτικής βίας είναι πανομοιότυπα σε όλα τα καθεστώτα και πάντοτε δοκιμάζουν τα όρια της δημοκρατικής νομιμότητας: ένταση και σκλήρυνση της κρατικής καταστολής, τρομοκράτηση των πολλών και αδυνάμων, επεξεργασία και προετοιμασία σεναρίων από κύκλους μη θεσμικούς, παρέμβαση ξένων κέντρων εξουσίας κ.λπ. Αυτά ακριβώς τα αποτελέσματα καθιστούν ευάλωτες όλες τις τρομοκρατικές ενέργειες στην κατηγορία περί προβοκάτσιας και σπαταλούν «κινηματική δυναμική» για την απόκρουσή της μεγαλύτερη από εκείνη που διοχετεύεται σε κατευθύνσεις πραγματικής, ουσιαστικής και ειρηνικής κοινωνικής και τελικά πολιτικής παρέμβασης.

Ομως οι ριζικές τομές, οι ανεπίστρεπτες ρήξεις είναι ατελέσφορες και σε μεγάλη κλίμακα ή για την ακρίβεια θεωρούνται επιτυχείς στο βαθμό που ενσωματώνονται ανώδυνα στην «παλαιά τάξη».
Από την ιστορική πλευρά, στο μεγάλο κάδρο, οι βαθιές ρήξεις, οι επαναστάσεις που άλλαξαν τον κόσμο -ακόμη και οι πολιτισμικές- μοιάζουν μακροσκοπικά με τραύματα στο κοινωνικό σώμα που επουλώνονται γρήγορα και ενσωματώνονται  στην τάξη του επαναλαμβανόμενου.

Η Αναγέννηση λόγου χάριν νοηματοδοτεί τη νέα κοινωνία που κυοφορεί με εγχειρίδιο τον Ηγεμόνα του κυνικού Μακιαβέλλι και όχι όπως θα ανέμενε κανείς με ένα νέο ηθικό αίτημα. Και η Μεταρρύθμιση υποτάσσεται στο σκήπτρο των ηγεμόνων της Βόρειας Ευρώπης και των καπιταλιστών που αποκτούν πρόσβαση στη θεία υποστήριξη.

Ο ίδιος ο Φερνάν Μπροντέλ, ο σπουδαιότερος Γάλλος ιστορικός του 20ού αιώνα, επικρίνει το φετίχ της δυτικοευρωπαϊκής επαναστατικής πρωτοπορίας, τον Μάη του ’68, επιμένοντας ότι υποβάθμισε τις ηθικές αλλά και κατεστημένες αξίες «χωρίς τις οποίες δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι», πριν οι πρωταγωνιστές του απορροφηθούν από μια μακρόθυμη κοινωνία για να περάσουν ομαλά και σε πολλές περιπτώσεις θριαμβευτικά στην άλλη πλευρά.

Εξάλλου, κοινό τόπο για κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο αποτελεί το γεγονός ότι όπου η εξουσία, το κράτος ανατράπηκε βίαια, εκεί ο ολοκληρωτισμός υπήρξε η νέα τάξη πραγμάτων που επιβλήθηκε και ήταν πάντα χειρότερης μορφής από το προηγούμενο καθεστώς.

Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η Καμπότζη του Πολ Ποτ: οι τοπικές επαναστατικές δυνάμεις νίκησαν στρατιωτικά τους πλανητάρχες Αμερικανούς και εφάρμοσαν το διαμορφωμένο μέσα από τον «αντιιμπεριαλιστικό αγώνα» επαναστατικό τους όραμα: ισότητα ή μάλλον πλήρης εξίσωση, κατάργηση του κέρδους και του χρήματος, πρωτογενής παραγωγή και εργασία στους αγρούς για όλους υποχρεωτικά.

Αποτέλεσμα; Εφιάλτης ανθρωπιστικός και οικονομικός. Το 1/3 του πληθυσμού σφαγιάστηκε από τους επαναστάτες του Πολ Ποτ  και οι υπόλοιποι έζησαν την απόλυτη φτώχεια και εξαθλίωση, την απόλυτη ταπείνωση και τη φρίκη να εξαρτάται η ζωή τους, των ίδιων και των οικογενειών τους, από τις αποφάσεις μιας δράκας παρανοϊκών ιδεολόγων…

Παραμένοντας στο πολιτικό πεδίο, το αφετηριακό σημείο του σύγχρονου πολιτισμού, η Γαλλική Επανάσταση με την Τρομοκρατία, παρά τα φρικιαστικά ποτάμια αίματος των «αντιδραστικών» που γίνονται ολοένα και περισσότεροι, δεν υπηρετεί παρά την γκιλοτίνα με την οποία απoκεφάλισε το Ancien Régime και την προέκτασή της, τη μαζική βία: Ο Μέγας Ναπολέων, ως αναμενόμενο αποτέλεσμα της συμβολικής αλλά και της πραγματικής λαιμητόμου, σαν φυσική εξελικτική διαδικασία της επαναστατικής λογικής,  θυσιάζει μια ολόκληρη γενιά της ευρωπαϊκής νεολαίας σπέρνοντας με κουφάρια τις πεδιάδες της Δυτικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Μέγας Ναπολέων, με την ιλιγγιώδη άνοδο και την άδοξη πτώση του που συμπαρέσυρε τα όνειρα μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, αναδεικνύει και κάτι  σημαντικό, το οποίο φαίνεται να έχει διαφύγει από τους εραστές της βίας: στην πολιτική το σπουδαιότερο  είναι να διαλέξεις το πεδίο της αντιπαράθεσης ή αλλιώς το γήπεδο που θα δοθεί ο αγώνας.

Αν το γήπεδο αυτό είναι η βία, τότε νικητής θα είναι ο τεχνικός της βίας. Ο επαγγελματίας της βίας… Οπως έχει συμβεί τόσες φορές στο παρελθόν.
Και οι ερασιτέχνες με τις βόμβες που δεν εκρήγνυνται και τις δολοφονίες αστυνομικών ή χαμηλόβαθμων μελών του καθεστώτος απλώς του στρώνουν τον δρόμο…

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Το ευρώ, η δραχμή και το Μνημόνιο

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/ Εκδότης περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ







Ευρώ ή δραχμή; Καταβάλλεται συντονισμένη προσπάθεια από πολλές πλευρές να μετατραπούν οι γενικές εκλογές σε δημοψήφισμα όπου το δίλημμα στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει ο πολίτης είναι σε αδρές γραμμές αν συντάσσεται με το ευρώ ή με τη δραχμή.
Στο σκηνικό αυτό που διαμορφώνεται με την υποστήριξη των ΜΜΕ επιχειρείται να οριστεί από τη λεγόμενη μνημονιακή πλευρά ως διακύβευμα των εκλογών η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας με στόχο να παρασύρει τους αντιμνημονιακούς στο συγκεκριμένο πεδίο και να τους στιγματίσει ως αντιευρωπαϊστές.

Είναι ασφαλώς ένα καλό, ένα έξυπνο -αν και αναμενόμενο- εκλογικό σχέδιο από τη μεριά του πολιτικού συστήματος. Οι δυνάμεις που σχηματικά ονομάζουμε μνημονιακές οργανώνονται γύρω από το λάβαρο της ευρωπαϊκής οικογένειας και επιχειρούν να ενσωματώσουν στο σύστημα τους ισχυρούς κραδασμούς και την οργισμένη αντίδραση των πολιτών καλύπτοντας τις αμφιλεγόμενες λεπτομέρειες με το νεφελώδες ιδεολόγημα του ευρωπαϊκού πεπρωμένου της χώρας.  Ταυτόχρονα επιχειρούν να αποποιηθούν τις τεράστιες ευθύνες τους για την κατάντια της Ελλάδας χρησιμοποιώντας την πάντοτε αποδοτική ως ενοποιητική διαδικασία επίκληση του εθνικού κινδύνου και τη μηδέποτε επιτυγχανόμενη σωτηρία της πατρίδας ως ψηφοθηρική παγίδα στο θυμικό των ψηφοφόρων.

Ομως οι ίδιες οι εκλογές παρότι είναι επιβεβλημένες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιτείνουν παρά θα επιλύσουν το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Κι αυτό επειδή παρά την αλλαγή των συσχετισμών εντός του μπλοκ των μνημονιακών δυνάμεων, με τη βέβαιη πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας, δεν φαίνεται να υπάρχει εναλλακτική εφαρμόσιμη πρόταση εξουσίας που να αποσπά τη χώρα από τον φαύλο κύκλο στο οποίο έχει παγιδευτεί.


Από την άλλη πλευρά όπως έχουμε γράψει εδώ (http://viotia.blogspot.com/2012/02/blog-post_8406.html)  οι σημερινές δυνατότητες του αντιμνημονιακού μπλοκ πολιτικών δυνάμεων να μεταβάλει την κατάσταση είναι περιορισμένες, για μια σειρά από λόγους κυριότερος από τους οποίους παραμένει η    αδυναμία άρθρωσης μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης για την έξοδο από την κρίση.

Μερικές νηφάλιες σκέψεις, για το Μνημόνιο, το οποίο συνδέεται αναπόσπαστα σύμφωνα με τους υποστηρικτές του με το νέο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» που ήδη τίθεται και που στη συνέχεια εντέχνως θα μετασχηματιστεί σε «Δύση ή Ανατολή» καθώς εξελίσσεται στη σύγχρονη διαχωριστική γραμμή του διχασμού του 21ου αιώνα, είναι χρήσιμες.

Κατ' αρχάς πολιτιστικά δεν τίθεται θέμα για το αν η Ελλάδα επιθυμεί να ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Από την ίδρυσή της η μικρή βαλκανική χώρα θεωρητικά ήθελε να μιμηθεί τα «πεπολιτισμένα της Δύσεως βασίλεια». Οταν για γεωπολιτικούς λόγους η Ελλάδα διέφυγε τη μοίρα των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών και προσδέθηκε στο δυτικό άρμα αναδείχθηκε  σε ηγέτιδα δύναμη στην περιοχή, μια χώρα την οποία φθονούσαν οι γείτονές της που στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούσαν και προαιώνιους εχθρούς της.

Επιπλέον οι Ελληνες στην πλειονότητά τους  ενστερνίζονται τις βασικές αρχές και τις μεγάλες κατακτήσεις του δυτικού πολιτισμού. Την ελευθερία –στη σκέψη, στην έκφραση, στην οικονομική δραστηριότητα-, τη κοινοβουλευτική δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα –παρότι εδώ εφαρμόστηκαν μερικώς ή ατελώς ή ιδιοτελώς.

 Από την πολιτική και την οικονομική άποψη όμως το Μνημόνιο που προτείνεται ως σωτήρια λύση και που ψηφίστηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο εμφανίζει συγκεκριμένες αδυναμίες και στηρίζεται σε άτοπες παραδοχές. Πέρα από τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, θέμα που θα αναλυθεί αργότερα ξεχωριστά, η νέα δανειακή σύμβαση και το PSI, όπως τα το προηγούμενο Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο, δεν λύνουν αλλά διαιωνίζουν το πρόβλημα συσσωρεύοντας νέα αδιέξοδα που οδηγούν όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού στην εξαθλίωση και επομένως στην πολιτική ριζοσπαστικοποίηση.

Εκκινώντας από τη πρωτοφανούς σκληρότητας λιτότητα που επιβάλλει και μάλιστα με αντιδημοκρατικού χαρακτήρα, άδικα και αναποτελεσματικά οριζόντια μέτρα είναι φανερό ότι η πολιτική σκέψη απουσιάζει δίνοντας τη θέση τους σε αριθμολάγνους τραπεζίτες που συμβουλεύονται μόνο την απληστία τους. Όπως όλοι οι οικονομικοί παρατηρητές (www.capital.gr/News.asp?id=1415031) υποστηρίζουν η Ελλάδα έχει ανάγκη ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της, γεγονός που συνεπάγεται μείωση των τιμών 30%-40%. Επίσης όλοι γνωρίζουν ότι τέτοιου ύψους εσωτερική υποτίμηση δεν μπορεί να επιτευχθεί ομαλά –τουλάχιστον σε δυτική χώρα και με δημοκρατικές διαδικασίες.

Δεν φαίνεται να έχει τεθεί όριο στην επέκταση της ύφεσης -που όσο κι αν είναι εντός της αποπληθωριστικής λογικής- λαμβάνει καθημερινά πολλαπλασιαστικές διαστάσεις και ασφαλώς τροφοδοτεί τον λαϊκισμό και την κοινωνική αναταραχή.

Με αυτούς τους όρους –με κοινωνική αστάθεια και φαινόμενα ακραίας φτώχειας- φαίνεται απίθανο να προτιμηθεί η Ελλάδα ως τόπος επενδύσεων στο εγγύς μέλλον ενώ και ο τουρισμός πλήττεται και θα συνεχίσει να συρρικνώνεται. Η ανάκαμψη μέσω επενδύσεων απομακρύνεται από τον ορίζοντα καθιστώντας αναξιόπιστη οποιαδήποτε υπόσχεση που περιλαμβάνει βελτίωση των οικονομικών συνθηκών στην καθημαγμένη χώρα. 

Η διαρκώς ογκούμενη τάση φυγής, η μετανάστευση των νέων, των κατηρτισμένων νέων, προς τις προηγμένες χώρες στερεί από την Ελλάδα την ελπίδα ποιοτικής  ανασυγκρότησης όχι μόνο στο επιχειρηματικό αλλά και στο πολιτικό επίπεδο, στον τομέα της οργάνωσης και της νοοτροπίας. Τα «καλύτερα μυαλά» είναι λογικό να  εγκαταλείπουν τη χώρα του αφόρητου μηδενισμού, της «ψυχοπονιάρικης» απάτης, της συνεχιζόμενης ρεμούλας, του βαλκάνιου κονέ, του προκλητικού δημοσίου τομέα, του άθλιου πολιτικάντη και του  ανεπάγγελτου συνδικαλιστή. 

Τέλος αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: το Μνημόνιο δεν προβλέπει τρόπο για την επιστροφή των κλοπιμαίων από το Δημόσιο Ταμείο τιμωρώντας έτσι τους έντιμους και επιβραβεύοντας τους επίορκους. Και το ίδιο το πολιτικό σύστημα χωρίς να προχωρά σε αυτοκάθαρση φαίνεται βαθύτατα διεφθαρμένο και κατ’ εξακολούθηση άδικο προσφέροντας σήμερα ισχυρά επιχειρήματα και αύριο αποφασισμένους οπαδούς στο στρατόπεδο της πολιτικής ρήξης

Ενα τέτοιο Μνημόνιο δεν έχει πιθανότητες επιτυχούς διεκπεραίωσης από οποιαδήποτε κυβέρνηση και αυτή είναι η σημαντικότερη ένσταση για την υποστήριξή του.
Αποδίδεται στο Ταλεϋράνδο ή στον Πρίγκηπα Μέτερνιχ η ρήση: "Ηταν χειρότερο από έγκλημα. Ηταν λάθος".
Αυτό το Μνημόνιο δεν είναι εγκληματικό. Με οικονομικούς και πολιτικούς όρους είναι λάθος. Κι αυτό είναι χειρότερο.

Αντίθετα ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης με μεγαλύτερο χρόνο προσαρμογής που θα προέτασσε εκτεταμένες διαρθωτικές αλλαγές ευρωπαϊκού τύπου, πάταξη της γραφειοκρατίας, τη μείωση των όλων των φόρων και των χαρατσιών, λελογισμένες ιδιωτικοποιήσεις και ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα υποσχόταν την εκ θεμελίων ανασυγκρότηση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος θα έβρισκε σημαντική υποστήριξη από τα δυναμικά εκείνα στρώματα του πληθυσμού που είναι διατεθειμένα να υποστούν θυσίες . Αρκεί να οδηγούν στην ελπίδα…

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Και πάλι για την ηγεσία


Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ















Το έλλειμμα ηγεσίας που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική σκηνή αποτελεί τη δυσκολότερα αντιμετωπίσιμη διάσταση της πολυεπίπεδης κρίσης που έχει οδηγήσει στην κατάρρευση τη χώρα.

Στο επίπεδο της κεντρικής εξουσίας η απουσία ικανών και δημοφιλών πολιτικών προσωπικοτήτων, που να συγκεντρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, πλήττει τη δυνατότητα για τη δρομολόγηση των απαραίτητων αλλαγών -αν υποτεθεί ότι υπήρχε πρόθεση υλοποίησής τους. Επιπλέον η έλλειψη πραγματικών ηγετών είναι δεδομένο πως αναπαράγει τη μετριοκρατία σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής ως αντίδοτο στην ανασφάλεια του υφιστάμενου πολιτικού προσωπικού.

Στην τοπική διάσταση της πολιτικής, "στα τσικό" της τοπικής αυτοδιοίκησης, το πρόβλημα της έλλειψης ηγεσίας είναι επίσης και παρόν και  παλαιό με ορατή συνέπεια την τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι Δήμοι και οι Περιφέρειες της χώρας -όχι μόνο από οικονομικής πλευράς. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η παγίωση της ανομίας σε ολόκληρη την Επικράτεια οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην παραχώρηση αλλότριων αρμοδιοτήτων σε τοπικούς θεσμούς, που φυσικά επηρεάζονται άμεσα από το διαβόητο πολιτικό κόστος και ως εκ τούτου εμφανίζονται ελαστικοί ως προς την εφαρμογή της νομιμότητας.

Από ένα τόσο βαθιά διεφθαρμένο και σαθρό σύστημα όπως η ελληνική κοινωνία, το οποίο στην ουσία έχει ήδη καταρρεύσει, δεν είναι δυνατόν εκ των πραγμάτων να αναδειχθούν πραγματικοί ηγέτες. Είναι αστείο να αναμένει κανείς από εκείνους που δημιούργησαν το χάος υπηρετώντας μόνο τα στενά προσωπικά τους συμφέροντα να διορθώσουν την κατάσταση.

Είναι σαφές ότι το μοντέλο του πολιτικού της μεταπολίτευσης έχει οριστικά απαξιωθεί. Οι γνωστές σε όλους απλώς φιλόδοξες μετριότητες που πολιτεύονται με αποκλειστικό γνώμονα την προσωπική τους πολιτική επιβίωση δύουν. Εκείνοι που ελέγχουν, με ένα τρόπο αυτιστικής και τελικά καταστροφικής για την πατρίδα ιδιοτέλειας, τη δημόσια σφαίρα τα τελευταία 30 χρόνια, εκείνοι που δεν δεσμεύονται από τη ρυθμιστική αρχή του κοινού καλού ούτε αντιλαμβάνονται καν την έννοια του δημοσίου συμφέροντος, εκείνοι που προέρχονται και λογοδοτούν μόνο σε κομματικές γραφειοκρατίες εξ ορισμού ανίκανες να προωθήσουν οποιαδήποτε αξία ή ιδεολογία εκτός από την εξουσιαστική ενίσχυσή τους, όλοι αυτοί έχουν πολιτικά αποβιώσει.

Από την άλλη πλευρά, παρότι μπορεί να είναι επιθυμητό δεν είναι πολιτικά εφικτό να αποσυρθούν όλοι οι σημερινοί πολιτικοί παράγοντες από τη δημόσια σφαίρα. Αρα γεννάται το ερώτημα ποιοι θα επιβιώσουν πολιτικά. Πώς θα ξεχωρίσουν εκείνοι που έρχονται από το μέλλον για να συναντηθούν με τους πολίτες από εκείνους που έρχονται από το βαθύ παρελθόν και θα χαθούν οριστικά από το προσκήνιο στο άμεσο μέλλον.

Είναι αυτονόητο ότι από την πολιτική πλευρά οι νέες δημόσιες αρετές που θα πάρουν τη θέση της πελατειακής σχέσης, της άθλιας συναλλαγής, του «κτυπήματος στην πλάτη», του εκβιασμού, της διαρκούς ίντριγκας είναι το θάρρος, η ειλικρίνεια, η ευφυία και η διάθεση για την άσκηση της πολιτικής στη διαλεκτική της μορφή και όχι στη συναλλαγματική της ιδιοτέλεια.

Η αποδοχή της πλήρους αποτυχίας του μεταπολιτευτικού μοντέλου και η διακήρυξη της ανάγκης ριζικής μεταβολής όλων των κοινωνικών σχέσεων που αυτό παγίωσε αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση πολιτικής επιβίωσης. Η σύγκρουση με τις δυνάμεις του κατεστημένου της μεταπολίτευσης απαιτεί θάρρος αλλά είναι αναπόφευκτη και η αναβολή της συνιστά χειρίστου είδους καιροσκοπισμό.

Η παύση αναζήτησης του deus ex machina (επιμήκυνση, αναδιάρθρωση, στάση πληρωμών κ.λπ.) που με μαγικό τρόπο θα οδηγήσει στη σωτηρία τη χώρα είναι επίσης η μορφή της ειλικρινούς επικοινωνίας που εκτιμάται. Οπως και η συνειδητοποίηση της σκληρής εργασίας και των μεγάλων θυσιών που απαιτούνται για την επαναφορά της ελπίδας πρώτα και της ανάπτυξης κατόπιν στη χώρας.

Η πολιτική ευθυκρισία, η πολιτική οξυδέρκεια που συνδέεται με τη γνώση της πολιτικής και της ιστορίας και με την ευφυία είναι εξίσου σοβαρό εφόδιο στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε. Οποιος αντιλαμβάνεται τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται στο βαθύ υπόστρωμα της κοινωνίας έχει πλεονέκτημα, ιδίως στην περίπτωση που μπορεί να μεταφράσει την οργή σε όραμα, την απαίτηση αλλαγής σε διάθεση για προσφορά και συστράτευση.

Η ανάδειξη συνεργατών και η διαμόρφωση μιας ηγετικής ομάδας που θα είναι ικανή να σχεδιάσει και να υλοποιήσει τις καταστατικές αλλαγές που έχει αυτή τη στιγμή ανάγκη η χώρα είναι επιπλέον πλεονέκτημα για όσους μπορούν να το έχουν, καθώς η κοινωνική βάση αργά αλλά σταθερά αντιλαμβάνεται την ανάγκη μιας ειρηνικής αλλά συνολικής ανατροπής του σαθρού πολιτικού συστήματος.

Υπάρχουν σε κεντρικό και σε τοπικό βοιωτικό επίπεδο πολιτικά στελέχη που να συγκεντρώνουν λίγες από αυτές τις προϋποθέσεις; Που μπορούν να θεωρηθούν ηγετικές φυσιογνωμίες; Πού μπορούν να εμπνεύσουν και να οδηγήσουν την παραπαίουσα κοινωνία;

Κατ’ αρχάς υπάρχουν υγιείς δυνάμεις εκτός προσκηνίου, άνθρωποι που δεν είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό διότι απαξιούσαν να ασχοληθούν με την πολιτική και ορθώς έπρατταν. Ομως και από τους νυν αιρετούς  υπάρχουν συγκεκριμένοι που υπό όρους θα ήταν δυνατόν αποτελέσουν τμήμα του μελλοντικού πολιτικού σκηνικού.
Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι στιγμής φαίνεται να απουσιάζει το θάρρος, πράγμα το οποίο στις δεδομένες περιστάσεις είναι τεχνικώς ισοδύναμο με συνενοχή στην καταστροφή της πατρίδας.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Οροι επιβίωσης μετά το νέο Μνημόνιο

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/ Εκδότης του περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η βάρβαρη «εσωτερική υποτίμηση» που επιχειρείται με τις συνταγές του ΔΝΤ και των αλλεπάλληλων μνημονίων, ένας κύκλος αυτοκαταστροφής  όπου μας οδήγησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και μετά του Λουκά Παπαδήμου, δεν αποδίδει και τίποτε στον ορίζοντα δεν υποδεικνύει ότι αυτό θα αλλάξει στο μέλλον. Οι λόγοι που επελέγη από την αρχή αυτή η λύση του οξύτατου δημοσιονομικού προβλήματος και της χαμηυλής ανταγωνιστικότητας από τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας, της ΕΕ και των ΗΠΑ δεν θα συζητηθούν εδώ, αν και θα μπορούσε, καθώς πλέον υπάρχουν αρκετά στοιχεία για μια πικρή αφήγηση που περιλαμβάνει πολύ χρήμα, σκοτεινά κέντρα και συγκρουόμενα γεωπολιτικά συμφέροντα.


Είναι βέβαιο ότι αυτή η επιλογή οδηγεί στην χρεοκοπία των πολιτών καθυστερώντας για λίγο την επίσημη στάση πληρωμών του κράτους. Πρόκειται για υψηλού ρίσκου επιλογή καθώς, εφόσον αποτύχει, θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για ανεξέλεγκτες περιπλοκές, που συνιστούν υπαρξιακή απειλή για το νεοελληνικό κράτος.

Σε όλες τις περιπτώσεις, για να διατηρηθεί μετά την ψήφιση του Μνημονίου2 και σε ένα μέτρο που θα θυμίζει οργανωμένη δυτική πολιτεία ο κοινωνικός ιστός της χώρας, η πολιτική ηγεσία, προσωρινή και αυριανή (διότι θεωρείται δεδομένο ότι εντός του Απριλίου/Μαΐου θα διεξαχθούν εκλογές), οφείλει να αμβλύνει τις οξείες γωνίες του νέου δεσμευτικού πλαισίου και να περισώσει κάποια προσχήματα. Είναι απαραίτητες ορισμένες καίριες παρεμβάσεις, -ένα «εσωτερικό ελληνικό μνημόνιο»- που να συγκροτούν τον ελάχιστο πυρήνα θεσμικών και πολιτικών αλλαγών για να διατηρηθούν οι περιορισμένες ελπίδες αναστροφής της κατάστασης .




Κεντρική ιδέα είναι η αδήριτη ανάγκη της άρσης των προνομίων μέσω των οποίων το μεταπολιτευτικό σύστημα συντηρεί τους άθλιους "πελάτες" του εις βάρος του ελληνικού λαού και ο καταλογισμός των ευθυνών σε εκείνους που οδήγησαν τη χώρα στην πλήρη απαξίωση, στην παγκόσμια χλεύη.

Πρέπει, λοιπόν, να καταργηθούν όλα τα προνόμια πάνω στα οποία θεμελιώθηκε το σαθρό μεταπολιτευτικό καθεστώς. Όλα, μα όλα. Η ανέχεια πιθανώς αντέχεται , η φτώχεια μαζί με την αδικία δημιουργεί συνθήκες κοινωνικού πολέμου. Και κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι υπάρχουν νησίδες ευημερίας σε μια ζούγκλα…

Πρέπει να συρρικνωθεί ο δημόσιος τομέας στα επίπεδα που είναι δυνατόν το εθνικό εισόδημα να αντέξει. Οι σπατάλες, οι δημόσιες σχέσεις, οι προμήθειες που εξελίσσονται σε προσόδους για κοινωνικά παράσιτα εις βάρος του συνόλου των εργαζομένων πρέπει να λείψουν οριστικά.
Το πολιτικό σύστημα, ούτως ή άλλως, θα αλλάξει ριζικά, συνολικά  και πιθανότατα σε λίγο καιρό τίποτε δεν θα θυμίζει το κομματικό σκηνικό που διαμορφώθηκε στη μεταπολίτευση. Ο λαός θα εκδικηθεί τους υπόλογους του διασυρμού της χώρας και των ανθρώπων της. Όμως τέτοιου τύπου εναλλαγή δεν είναι τελεσφόρα, εάν δεν συνοδεύεται από εκτεταμένη θεσμική μεταρρύθμιση που δεν θα επιτρέψει στο νέο πολιτικό σύστημα να διολισθήσει σε μερικά χρόνια στην ίδια κατάσταση.

Πρέπει να προβλεφθούν πολιτικά και πολιτειακά αντίβαρα μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος για τη διάλυση του άθλιου πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος με τις τριτοκοσμικές ασυλίες υπουργών και βουλευτών. Δεδομένο θεωρείται ότι πρέπει να θεσπιστούν μόνιμες θέσεις υφυπουργών σε κρίσιμα υπουργεία. Τέλος, το οικονομικό κόστος του πολιτικού συστήματος εν γένει πρέπει να φθάσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, για όσο καιρό η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς χρεοκοπίας. Οι μισθοί των βουλευτών δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 4πλάσιο του κατώτατου μισθού και λίγο μεγαλύτερα τα έξοδα παράστασης του υπουργού. Οσοι θέλουν περισσότερα μπορούν να τα διεκδικήσουν στον ιδιωτικό τομέα όπως κάθε πολίτης της δύσμοιρης αυτής χώρας.

Πρέπει να καταργηθούν όλοι οι φόροι και τα χαράτσια που πλήττουν βάναυσα το λαϊκό εισόδημα και να αναζητηθεί το ισοδύναμό τους στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Η δημιουργία απελπισμένων που τους αφαιρείται και η περιουσία λόγω φορολόγησης δεν είναι η πιο σοφή πολιτική για ένα κράτος που φιλοδοξεί να αναγεννηθεί με τη βοήθεια όλων των πολιτών του.

Το πιο σημαντικό φυσικά είναι η απόδοση των ευθυνών και της Δικαιοσύνης για τα 30 χρόνια της ρεμούλας, της ληστείας και της απάτης. Για την κατάντια της χώρας υπάρχουν υπεύθυνοι. Οι πόροι που διασπαθίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια είναι ασύλληπτοι για τον ανθρώπινο νου, τα χρήματα είναι πολλά. Και κάποιοι με πρόσβαση στο δημόσιο ταμείο και στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις τα καταχράστηκαν. Αυτοί οι κάποιοι είναι εύκολο να βρεθούν και να τιμωρηθούν αυστηρά. Χωρίς αυτή την απόδοση δικαιοσύνης οποιαδήποτε πορεία προς την ελπίδα δεν είναι δυνατή. Ας υπενθυμιστεί εδώ, όπως προαναφέρθηκε, ότι ανέχεια συνδυασμένη με αίσθημα αδικίας συνιστούν εκρηκτικό μείγμα στα θεμέλια της κοινωνίας.

Υπάρχουν κι άλλα πολλά που ο ηγέτης της Ελλάδας οφείλει να δρομολογήσει αμέσως, αν υποτεθεί ότι επιθυμεί την αναγέννηση της χώρας. Αλλάγές που είναι επιβεβλημένες παρά την πύρρειο νίκη που επέτυχε απόψε -με μεγάλες διαρροές- το μεταπολιτευτικό κατεστημένο στη Βουλή. Τίποτε δεν μπορεί να ανατρέψει την ροή των πραγμάτων προς ένα νέο πολιτικό τοπίο με διαφορετικά χαρακτηριστικά και δεδομένα.

Εχουμε άλλες φορές αναλύσει (http://www.viotia.blogspot.com/2012/02/blog-post_7323.html ) την αιτία μιας τεκμηριωμένης απαισιοδοξίας για την έκβαση της πολιτικής και οικονομικής αναταραχής που συγκλονίζει τη χώρα. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν οδυνηρές απώλειες στο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό πεδίο για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι θα παραδοθούμε. Και κυρίως ότι δεν θα παραδώσουμε την πατρίδα στους επί 30 χρόνια θύτες της αμαχητί…

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Εκλογές και Σαμαράς

Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/Εκδότης του περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ 








Ανεξαρτήτως της γνώμης που διαμορφώνει κανείς για την πολιτική του Αντώνη Σαμαρά μετά την απόφασή του να στηρίξει το λεγόμενο Μνημόνιο 2, πρέπει να του αναγνωριστεί θάρρος. Καθώς πολλοί προβλέπουν ότι η συμφωνία του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας στο PSI, τη δανειακή σύμβαση και το νέο Μνημόνιο θα στοιχίσει πολιτικά  στη Νέα Δημοκρατία, ο Σαμαράς επιμένει να ζητεί εκλογές και αυτό είναι συνεπές προς τις προηγούμενες δεσμεύσεις/διακηρύξεις του, πράγμα σπάνιο  στα ελληνικά πολιτικά ήθη.

Ασφαλώς το αίτημά του αυτό εκτός από θαρραλέο είναι δίκαιο και ορθό.
Οι εκλογές αποτελούν την αρχή της επίλυσης του ελληνικού δράματος, για πολλούς λόγους.

Πρώτον, οι παρεμβάσεις του νέου σκληρού δεσμευτικού πλαισίου είναι τόσο εκτεταμένες και μεταβάλλουν τόσο ριζικά την συνολική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, που οι πολίτες οφείλουν να αναλάβουν μέρος της ευθύνης –με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Επιπλέον, η δυσαρμονία μεταξύ του εκλογικού σώματος και της σύνθεσης του Κοινοβουλίου είναι προφανής σε τέτοιο βαθμό που αναιρεί την ούτως ή άλλως ανάπηρη αντιπροσωπευτική δημοκρατία μας.  

Δεύτερον,  το παραπαίον πολιτικό σύστημα οφείλει να τηρήσει επιτέλους μια υπόσχεσή του:  η κυβέρνηση Παπαδήμου ανέλαβε ως ειδικού σκοπού, ως μεταβατική. Μετά την ολοκλήρωση των στόχων της η στοιχειώδης συνέπεια απαιτεί την προσφυγή στις κάλπες. To γεγονός ότι ο ελληνικός λαός συμπεριφέρεται σαν μικρό παιδί που του έσπασαν το playstation δεν αποτελεί δικαιολογία για τη συνεχή και επαναλαμβανόμενη υποτίμηση της νοημοσύνης του εκ μέρους ενός σαθρού, βαλκανικού, πολιτικού συστήματος, το οποίο είναι κυρίως υπεύθυνο για τη  διάπλαση τέτοιων πολιτών.

Τρίτον, οι εκλογές αφενός θα δώσουν την ευκαιρία στους πολίτες να προβούν στον πρώτο καταλογισμό ατομικών ευθυνών στο πολιτικό προσωπικό. Αφετέρου όλοι οι κομματικοί σχηματισμοί θα υποχρεωθούν να καταθέσουν ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες προτάσεις για την επόμενη ημέρα και όχι να λαϊκίζουν ανέξοδα και εκ του ασφαλούς.

Το μέλλον που προελαύνει αδυσώπητα δεν μπορεί να σταματήσει στα προσωπικά δράματα που αυτή τη στιγμή βιώνουν χιλιάδες συμπολίτες μας.  Όμως οι υπόλογοι για την τραγωδία αυτή πρέπει να τεθούν στην κρίση των πολιτών, να σταθούν απέναντι από τη λαϊκή οργή και να εισπράξουν τα επίχειρα της πολιτικής που εφήρμοσαν και αυτής που δεν εφήρμοσαν.

Κι αν η απόδοση ευθυνών αφορά στο παρελθόν, στο ρεαλιστικό παρόν η νέα κατάσταση όπως διαμορφώνεται, οι στην κυριολεξία αιματηρές αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν απαιτούν μια κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή, με ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση. Σε καμία περίπτωση αυτή δεν μπορεί να είναι ούτε η σημερινή ούτε εκ προσωπικοτήτων, αλλά μια κυβέρνηση που θα προέλθει από την ελεύθερη βούληση των πολιτών, από την κάλπη.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Είστε δήθεν σοσιαλιστές!!!

Λάβαμε και δημοσιεύουμε απάντηση στα άρθρα του Γ. Κρανιώτη.
Μια απάντηση στον Γιώργο Κρανιώτη
Γράφει ο σοσιαλιστής

Πριν τις εκλογές έδωσαν χείρα βοηθείας στη δεξιά με τη γνωστή προεκλογική στάση τους. Πριν ακόμη κλείσει η κάλπη πήγαν σαν σαλτιμπάγκοι να πάρουν το ΠΑΣΟΚ με τη βοήθεια των νταβατζήδων (όπως τους έλεγε ο Κωστάκης όταν έτρωγε τα μπιφτεκάκια του τώρα έχουν γίνει δικοί του νταβατζήδες -μη το χάσουν το παιδάκι μια και τους κάνει όλα τα χατίρια).

90% στα γκάλοπ -15 ώρες μετά το κλείσιμο της κάλπης- με 30 ποιοτικά χαρακτηριστικά! Δεν κατάφεραν να το πάρουν όπως είχαν σχεδιάσει μέσα σε μια εβδομάδα! Είχαν μετά 2 μήνες να μας πείσουν με της ιδέες τους, τις προτάσεις τους που αποδείχτηκαν φούσκες σαν και αυτούς.

Τώρα πάλι η δεξιά μαστίζεται από σκάνδαλα, από τα σεμνά και ταπεινά γαλάζια παιδάκια της! Και οι νταβατζήδες πάλι θέλουν να τη σώσουν με τον Μπένι να λέει ότι θα δημιουργήσει οργανισμό παραγωγής ιδεών. Εγώ του προτείνω να φτιάξει και ορειβατικό σύλλογο!
Και να πάρει τα βουνά, αυτός και η παρέα του!
Εδώ ο κόσμος πεινάει, έχουμε γίνει σεμνά και ταπεινά Ουγκάντα και εσείς εντελώς τυχαία δίνετε πάλι χείρα βοηθείας !

Κύριε Κρανιώτη, αν το κάνετε άθελά σας τότε είστε χειρότεροι από αυτούς που κατηγορείται εσείς.
Αυτά προς το παρόν.