Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η κακοδαιμονία των Ελλήνων: Μια σπάνια συνέντευξη του Οδ. Ελύτη

elytis




Το Insider δημοσιεύει μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Ἐφημερίδα Ἐλευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958. Ο μοναδικός λόγος του Ελύτη παραμένει δραματικά επίκαιρος.
________________________________
Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;
Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!
Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!…
Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή  τοῦ  Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.

Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας.

Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν!
               
Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ ‘‘ξένου παράγοντος’’; Τοῦ ἑκάστοτε… ‘‘προστάτου’’ μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό;

Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης». Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή!

Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿  τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος;

Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.
«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ»
Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»!

Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;

Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια.
Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας. Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία. Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα.
Πηγή: www.insider.gr

Η πίσω αυλή στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιβαδειάς και λίγες αναμνήσεις...


Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/
Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ
















 
 
 
 
 


Μια ευχάριστη έκπληξη και μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία λαμβάνει χώρα στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιβαδειάς. Ομάδα εθελοντών αποτελούμενη από τον διευθυντή του σχολείου κ. Χρήστο Σύρο και μέλη του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων έχουν αναλάβει να ξαναδώσουν στους μαθητές για χρήση την από χρόνια εγκαταλελειμμένη πίσω αυλή του σχολείου, εκείνη που "βλέπει" στην οδό Καραγιαννοπούλου.

Η viotia που επισκέφθηκε τον χώρο σημειώνει με ιδιαίτερη ικανοποίηση πως οργασμός εργασιών βρίσκεται σε εξέλιξη στην πίσω αυλή του 1ου Δημοτικού με τη συμμετοχή μικρών και μεγάλων εθελοντών και μια ανιδιοτελής διάθεση προσφοράς κυριαρχεί μεταξύ των γονέων και των δασκάλων. Οι εργασίες περιλαμβάνουν το βάψιμο στους τοίχους και τα κάγκελα, τον ευπρεπισμό και τον καθαρισμό του χώρου καθώς και άλλες επισκευές, που θεωρούνται απαραίτητες ώστε ο χώρος να αξιοποιηθεί και πάλι από τους μαθητές.


Η πρόθεση -επειδή σε αυτή την αυλή υφίσταται κάποιος βαθμός επικινδυνότητας- είναι ο χώρος να χρησιμοποιηθεί για ειδικές χρήσεις και για την αποτροπή φαινομένων παρακώλυσης της κυκλοφορίας εξετάζεται το ενδεχόμενο προσθήκης υψηλών κιγκλιδωμάτων. Σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται για μια αξιέπαινη πρωτοβουλία που με την κατάλληλη υποστήριξη μπορεί να λύσει προβλήματα στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιβαδειάς.


Αξίζει να σημειώσω ότι στην εποχή μου η θρυλική πίσω αυλή του 1ου Δημοτικού Σχολείου Λιβαδειάς ήταν ο τόπος τέλεσης των περισσότερων και των πιο ξακουστών σκανταλιών σε ολόκληρη την πόλη. Καθότι οι μικροί μαθητές -κι εγώ μεταξύ τους- είχαμε την ψευδαίσθηση ότι επειδή η αυλή βρισκόταν στην πίσω πλευρά οι δάσκαλοι δεν μας έβλεπαν. Δεν χρειάζεται να προσθέσω πόσες φορές αυτή η βεβαιότητα για τη μη επαρκή επιτήρησή μας από τους δασκάλους στην πίσω αυλή διαψεύστηκε από τα γεγονότα,  με οδυνηρότατες συνέπειες -στις παλάμες και στ' αυτιά- εκείνα τα πρώτα τρυφερά σχολικά χρόνια.


Στα μικρά ταξίδια πίσω στο χρόνο έχουν πάντοτε μια ξεχωριστή θέση τα πρώτα τρυφερά σχολικά χρόνιαo Δημοτικό. Το σχολείο μου. Είναι κοινότοπο, αλλά αξίζει να επαναληφθεί: η πραγματική μας πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια. Εκείνη η όλο και πιο μακρινή εποχή της αθωότητας, ο καιρός που τα μεγάλα παιδικά μάτια αντίκριζαν τον κόσμο για πρώτη φορά μακριά από τη ζεστασιά της οικογένειας. Οι πρώτες εμπειρίες, οι πρώτες γνωριμίες, οι πρώτες αγωνίες.


Εποχές με σχολική ποδιά και για τα αγόρια ακόμη, με οικονομικές δυσχέρειες που σήμερα τις έχει η μνήμη εξωραΐσει και η ζωή υπερβεί. Αλλά και οι χαρές πολλές, γνήσιες, σε ανθρώπινα μέτρα. Χρόνια όμορφα, δημιουργικά, ζεστά και σίγουρα πιο ουσιαστικά από τις εύκολες εποχές και τις προκατασκευασμένες λύσεις της νέας χιλιετίας. Καιροί αλλοτινοί, με μεγάλα προβλήματα αλλά και μεγάλες λύσεις. Ισως το μεταίχμιο, η καμπή όπου ένας κόσμος αναδυόταν με πολλές υποσχέσεις και εν τέλει λίγα αποτελέσματα.


Και το 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιβαδειάς εκεί. Ασπρόμαυρη πολυκαιρισμένη φωτογραφία, το διώροφο κτήριο προβάλλει στα μάτια μου πολλές φορές όπως ήταν τότε. Χωρίς προεκτάσεις, χωρίς την προσθήκη άλλων κτηρίων, χωρίς τον προαύλιο χώρο όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί, το 1ο Δημοτικό μοιάζει ακόμη τεράστιο. Όπως τότε: όγκος επιβλητικός, κουτί πελώριο στα παιδικά μου μάτια, αφού μετρούσα τα μεγέθη με το δικό μου μέγεθος.

Η καγκελόφραχτη κεντρική είσοδος με το πορτάκι κι ένα εσωτερικό «δαιδαλώδες» με τις πολλές αίθουσες, τη μεγάλη και εντυπωσιακή μαρμάρινη σκάλα (πόσες ατυχείς και επώδυνες γλίστρες) που οδηγούσε σε άλλες τάξεις αλλά και στην αίθουσα των τιμωριών για τους απείθαρχους μαθητές, το γραφείο του διευθυντή.

Το 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιβαδειάς –η έλξη και η άπωση. Ηταν σίγουρα η δεδομένη αγάπη για τη γνώση αλλά και το δέος μπροστά στο άγνωστο και αχαρτογράφητο πέλαγος μιας νέας απαιτητικής ζωής. Η περιπέτεια στην αχανή επικράτεια της γνώσης από τη μια, που μόλις προσεγγίζαμε γευόμενοι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, κάποιους πρώιμους καρπούς της. Αλλά και η στιγμιαία και συνήθως ακριβοπληρωμένη γεύση της ελευθερίας μέσα από την σκανταλιά και την ανυπακοή. Σταθερά συναισθήματα, μεγάλα όνειρα και χαμένες ψευδαισθήσεις, που τα «φορούσαμε» σαν τις ποδιές και τις επίσημες στολές στις παρελάσεις, και που διαμόρφωναν την προοπτική μας όπως τα μεγάλα και συνεχόμενα παράθυρα που έβλεπαν στον ήλιο, στο αλσύλλιο απέναντι, στην κίνηση του δρόμου… στον καιρό.

Το 1ο Δημοτικό Σχολείο Λιβαδειάς –πολλές αναμνήσεις και μια νοσταλγία. Αυστηρό και μοναχικό σε ώρες σχόλης, πολύβουο και ζωηρό όταν χυνόμασταν χείμαρρος ασυγκράτητος στο ρεύμα της ανεμελιάς που μας παραχωρούσε αφειδώλευτα το διάλειμμα, για παιχνίδι, για πειράγματα και για "αταξίες" . Κι αυτό ασφαλώς είναι το μόνο που δεν αλλάζει όσα χρόνια κι αν περάσουν.