Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Η κήρυξη της Επανάστασης και η απελευθέρωση της Λιβαδειάς#2



Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/ 
Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ



















Δείτε εδώ το πρώτο μέρος
http://viotia.blogspot.gr/2015/03/1821-1.html


Το τακτικό πλεονέκτημα όμως ήταν πια με τα ελληνικά όπλα και ο Διάκος γνώριζε ότι καταλαμβάνοντας το Κάστρο θα απομόνωνε απελπιστικά τους Οθωμανούς πολεμιστές της Ώρας, οι οποίοι θα παραδίδονταν αργά ή γρήγορα. Οι Τουρκαλβανοί του Κάστρου, αφού παρέδωσαν την κάτω πύλη, βγήκαν ένοπλοι και παρέμειναν στο πλευρό του Ιωάννη Λογοθέτη. Το γεγονός κατατάραξε τον βοεβόδα Χασάν αγά και τους άλλους αποκλεισμένους στο Κάστρο Τούρκους, οι οποίοι, μη περιμένοντας βοήθεια από πουθενά και αντιλαμβανόμενοι ότι θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα επισιτισμού, παραδόθηκαν την 31η Μαρτίου στις ελληνικές δυνάμεις. Η αντανάκλαση της πτώσης του Κάστρου της Λιβαδειάς στους οχυρωμένους της Ώρας ήταν, όπως είχε προβλεφθεί, καταλυτική.

Και οι εκεί Οθωμανοί παραδόθηκαν, καθώς απομονωμένοι και πολιορκούμενοι από όλες τις πλευρές αντιλήφθηκαν ότι δεν υπήρχε δυνατότητα διαφορετικής  έκβασης. Εκτός από τους Τουρκαλβανούς που είχαν παραδώσει την πύλη του κάστρου και οι οποίοι, όπως είπαμε, παρέμεναν ένοπλοι και ελεύθεροι, ο Διάκος αφαίρεσε τα όπλα από όλους τους Τούρκους και τα διένειμε, αφού προηγουμένως καταγράφηκαν και παραλήφθηκαν από τον επί τούτω εντεταλμένο Λιβαδείτη Μανωλάκη Σπυρίδωνος: τα πολυτιμότερα από αυτά μοιράστηκαν στα παλικάρια του και τα άλλα στους απλούς πολίτες που είχαν προστρέξει για να λάβουν μέρος στα πολεμικά γεγονότα άοπλοι.

 Σχετικά με τα λάφυρα που συγκέντρωσαν οι επαναστάτες, ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει: «Ο δε Διάκος εφάνη εξ αυτής της αρχής πνέων θερμόν πατριωτισμόν και ανώτερος παντός υλικού συμφέροντος». Για την ίδια υπόθεση ο Φιλήμων είναι πιο αναλυτικός: «Μόνα αφηρέθησαν τα όπλα αυτών, εξ ων τα μεν πολυτιμώτερα έλαβον οι στρατιώται του Διάκου, τα δε άλλα διενεμήθησαν τοις μη έχουσιν όπλα πολίταις. Αφέθησαν δε παρ’ αυτοίς όσα έφερον πολύτιμα πράγματα και χρυσίον, και μόνον μεθ’ ημέρας τινάς οι κόνσολοι έλαβον το χρηματικόν του Καρα Ισμαήλ αγά εξ είκοσι μυριάδων συμποσούμενον διά τα απολύτως αναγκαία δημόσια έξοδα. Ταμίας ωρισμένους έχοντες τον Βασίλειον Κάλκον και Ανδρίκον Ξάνθην». Και ο Κοντουσόπουλος επιβεβαιώνει: «Τελειώνοντας ο Διάκος το έργον της Λιβαδειάς δεν εφαντάσθη να πάρη λάφυρα από τους Τούρκους, ούτε οβολόν».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στρατός και λαός απαιτούσε πιεστικά την εξόντωση των οθωμανών, όμως ο Αθανάσιος Διάκος κατόρθωσε να τους διασώσει δείχνοντας στους στρατιώτες του «το άδικον της πράξεως», πιστοποιώντας ότι ο ηγέτης δεν αρκεί να είναι ανδρείος, αλλά οφείλει να επιδεικνύει και επιείκεια. Επιπλέον, από τους αιχμάλωτους οθωμανούς ο καπετάνιος της Λιβαδειάς φρόντισε οι πλουσιότεροι να φιλοξενηθούν στα σπίτια των προκρίτων και οι υπόλοιποι τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό.


Την 1η Απριλίου 1821 στο Κάστρο της Λιβαδειάς και στην Ώρα υψώθηκε η επαναστατική σημαία κυματίζοντας μετά από εκατοντάδες χρόνια σε ελεύθερη ελληνική γη. Μια ακόμη λεπτομέρεια που παραδίδεται έχει να κάνει με την εκκρεμότητα των Τουρκαλβανών οι οποίοι είχαν παραδώσει το κάστρο της Λιβαδειάς με τη συμφωνία να τους αποδοθεί ο εχθρός τους Δεμίρ μπέης. Αφού μάταια περίμεναν την τήρηση των υπεσχεμένων όρων και την παράδοση του οθωμανού αξιωματούχου, εκείνη τη μέρα (την 1η Απριλίου) όρμησαν αιφνιδιαστικά εναντίον εκείνου και των στρατιωτών του και τους «κατέκοψαν μεληδόν».

Στο μεταξύ η πόλη ζούσε τον επαναστατικό πυρετό. Η όψη της ήταν εορταστική, οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα και οι πολίτες, οι ραγιάδες, από όλες τις συνοικίες συνέρρεαν από το πρωί στο Σταροπάζαρο για να γιορτάσουν τη νίκη. Ο Αθανάσιος Διάκος, ο οποίος -σύμφωνα με τον Τάκη Λάππα- εκτός από ανδρείος πολεμιστής και ανιδιοτελής πατριώτης είχε και το ταλέντο του αγορητή, απευθύνθηκε προς τους Λιβαδείτες ανάμεσα σε ζητωκραυγές και επευφημίες. Στη βιογραφία του Αθανασίου Διάκου από τον Σπυρίδωνα Φόρτη διασώζεται περιληπτικά ο ιστορικός λόγος του προς τους Λιβαδείτες, που εκφωνήθηκε από το πεζούλι του μεγάλου τούρκικου τζαμιού, του οποίου η θέση ήταν εκεί που κτίστηκε αργότερα ο μητροπολιτικός ναός της βοιωτικής πρωτεύουσας: 


«Εν πρώτοις, είπεν, ότι τα πράγματα ήθελον αποβή ως απέβησαν. Και ότι είχεν ελπίδας περί της τελείας απελευθερώσεως του Γένους, διότι τούτο είναι του Θεού θέλησις. Συνεβούλευσε δε τοις πάσι την ομόνοιαν και την αυταπάρνησιν, ως τα μόνα φοβερά όπλα εις χείρας λαού, πολεμούντος προς απόκτησιν της ελευθερίας του, και παρώτρυνε πάντας να παρασκευασθώσιν έτι μάλλον και να μη αναπαυθώσιν εις τας μέχρι τούδε δάφνας των, διότι ο φοβερός αγών μόλις ήρξατο, τα δε δεινότατα εν τω μέλλοντι επίκεινται. Δεν πρέπει, έλεγεν, να φεισθώμεν ουδεμιάς θυσίας εις την φωνήν της πατρίδος. Εάν δε πράγματι αγαπώμεν ταύτην, και επιθυμώμεν να ίδωμεν αυτήν ελευθέραν και μεγάλην, πρέπει εν ανάγκη να προσφέρωμεν παν ό,τι έχομεν αγαθόν και την ζωήν ημών αυτήν, εις τον βωμόν της χάριν της ελευθερίας, να μην προτιμήσωμεν δε ποτέ να ζώμεν δούλοι, αλλά να αποθάνομεν ελεύθεροι ως μετ’ ολίγας ημέρας ο ήρως επεσφράγισε. Λέγεται δε ότι ομιλών απήγγειλε εν τω ενθουσιασμώ του τους γνωστούς στίχους του Φεραίου: «Καλλίτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». 


Επιτέλους δε ας μεταβώμεν, είπε, να προσφέρωμεν δόξα τω Θεώ δι’ ην παρέσχεν ημίν αντίληψιν και να καθικετεύσωμεν αυτόν να καθοδηγήση ημάς προς εντελή ευόδωσιν του ιερωτάτου ημών αγώνος. Το δε πλήθος μετά δακρύων αγίου και ιερού ενθουσιασμού ανεφώνησεν μετά το πέρας του λόγου του «ζήτω ο ιερός ημών αγών, ζήτω η πατρίς, ζήτω ο αρχηγός ημών».


Έπειτα όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο ναό της Αγίας Παρασκευής, όπου στην κατανυκτική δοξολογία χοροστάτησαν ο Μητροπολίτης Αθηνών Διονύσιος και οι επίσκοποι Σαλώνων Ησαΐας και Ταλαντίου Νεόφυτος. Στην τελετή παρόντες ήταν φυσικά οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας στη Λιβαδειά, ο Αθανάσιος Ζαρίφης και ο Δήμος Αντωνίου, οι προεστοί της πόλης και το μεγάλο πλήθος των απλών αγωνιστών που είχαν συρρεύσει και από τις γειτονικές επαρχίες στη Λιβαδειά. Ανάμεσα σε επευφημίες και ζητωκραυγές ο Διάκος ύψωσε την επαναστατική σημαία, που στη μια της πλευρά απεικόνιζε τον Άγιο Γεώργιο να σκοτώνει τον φοβερό δράκοντα και στην άλλη με κυανό μετάξι είχαν κεντηθεί οι λέξεις «Ελευθερία ή Θάνατος». Μετά τη λήξη της τελετής και μέσα στον γενικό ενθουσιασμό ανακηρύχθηκαν διά βοής από τον λαό προσωρινοί κυβερνήτες της Ανατολικής Ελλάδας ο Νικόλαος Νάκος, ο Ιωάννης Λογοθέτης και ο Ιωάννης Φίλωνος, παίρνοντας την ονομασία κόνσολοι. Ο Φιλήμων εξετάζοντας το περίεργο του ονόματος «κόνσολοι» επισημαίνει: 

«Αλλά όπως και αν έχη, το πομπώδες των κονσόλων όνομα ωφέλησε τότε, διότι και το κίνημα ενεψύχωνεν ηθικώς και την υπακοήν επέβαλεν οπωσδήποτε εν εποχή μεγάλης ανωμαλίας». Οι τρεις κόνσολοι ανέλαβαν τη διοίκηση της πόλης που μέχρι εκείνη τη στιγμή, αξίζει να υπομνησθεί, είχαν οι τρεις ιεράρχες και ο καπετάνιος της Λιβαδειάς. Ο Τάκης Λάππας παραθέτει μια παραγγελία που το αποδεικνύει:

«Αδελφέ Νικόλα Μανούσκε και Κωνσταντή Κόκκινε, να δώσετε ένα βαγένι κρασί να πιουν οι αδελφοί και Έλληνες στρατιώται, και πληρώνεσθε. Μόνον ευθύς να τους το μεράσετε.

1821 Απριλίου πρώτη

Ο Αθηνών Διονύσιος
Ο Ταλαντίου Νεόφυτος
Ο Σόλωνος Ησαϊας
Αθανάσης Διάκος».



Με την ύπαρξη αυτού του εγγράφου, το οποίο ο Φιλήμων αναφέρει ότι είναι ιδιόχειρο του προεστού Λάμπρου Νάκου, επιβεβαιώνεται ότι η Λιβαδειά είχε ήδη απελευθερωθεί την 1η Απριλίου και ότι ως εκείνη την ημέρα την εξουσία είχαν οι τρεις αρχιερείς και ο Αθανάσιος Διάκος. Αυτό είχε την αιτία του σε λόγους κύρους: «λόγω βαρύτητος μεγαλυτέρας». Μετά την τελετή στην Αγία Παρασκευή και την ανάδειξη των κονσόλων, αυτοί παίρνουν στα χέρια τους τη διοίκηση της πόλης και ως απόδειξη παραθέτουμε το ακόλουθο πρωτότυπο έγγραφο των κονσόλων: 

«Διά του παρόντος γίνεται δήλον ότι την σήμερον διορίζομεν σε φύλακα της πολιτείας ημών Λεβαδείας, κυρ Γεώργιε Κόκκινε, με διακοσίους ανθρώπους προς είκοσι πέντε γρόσια τον μήνα και το συνηθισμένον ταϊνι. Και ο ιδικός σου μισθός προς πενήντα γρόσια τον μήνα. Ήξευρε ότι η άκρα ησυχία των αδελφών μας κρέμαται από λόγους και η κοινή ευταξία και παιδεία των κακών. Επαγρύπνει όσο είναι δυνατόν ίνα αρέσης τω Θεώ και της αδελφότητος. Αωκα Απριλίου γ’ Λιβαδεία.

Νικόλαος Νάκου κόνσολας
Ιωάννης Λογοθέτης κόνσολας
Ιωάννης Φίλωνος κόνσολας».

Οι κόνσολοι της Λιβαδειάς αμέσως μόλις ανέλαβαν τα καινούργια τους καθήκοντα διόρισαν τον Αθανάσιο Διάκο "κολονέλο" και αρχηγό των όπλων Λεβαδείας και πεντακοσίαρχους, αξιωματικούς δηλαδή, τον Βασίλη Μπούσγο, τον Γιάννη Λάππα, τον Μήτρο Τριανταφυλλίνα και τον Νικόλα Σιμαρέση. Σύμφωνα με μια πληροφορία, ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος, ζώνοντας το σπαθί στον αρχηγό και μέσα σε ενωτικό κι επαναστατικό ενθουσιασμό, του είπε: «Κόπτε δι’ αυτής όσο το δυνατόν περισσοτέρας κεφαλάς απίστων. Αφόβως λειτούργει και έσο ευλογημένος». 

Κατόπιν όλοι ορκίστηκαν να φέρουν επιτυχώς σε πέρας την Επανάσταση στον Εσταυρωμένο, στο σταυρό που φυλάσσεται έως σήμερα, κειμήλιο ιερό στην Αγία Παρασκευή. Την 1η Απριλίου του 1821 η σπουδαιότερη πόλη της Ανατολικής Ελλάδας, η από τους Τούρκους αποκαλούμενη Γκιαούρ Λιβαδειά, ήταν μετά από αιώνες ελεύθερη. Και αυτό δεν ήταν όνειρο, ήταν μια απτή πραγματικότητα που είχε επιτευχθεί χάρη στην προεργασία των Φιλικών, στην περίνοια και τον πατριωτισμό των προκρίτων της πόλης, στην ανδρεία και τις ηγετικές αρετές του Αθ. Διάκου και στον ηρωισμό των κατοίκων της πόλης. Οι προαιώνιοι πόθοι των χριστιανικών πληθυσμών λάμβαναν σάρκα και οστά εκείνη τη γλυκιά άνοιξη του 1821 που το επαναστατικό σάλπισμα ξεσήκωσε τους Έλληνες και τους οδήγησε μέσα από ποτάμια αίματος κι αμέτρητες θυσίες στην εθνική παλιγγενεσία και στην απελευθέρωση ενός μικρού στην αρχή τμήματος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

ΠΗΓΕΣ:
Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως
Σπυρίδων Τρικούπης, Η Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως
Τάκης Λάππας, Θανάσης Διάκος
Σπυρίδων Γ. Φόρτης, Βιογραφία Αθανασίου Διάκου
Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις

Δεν υπάρχουν σχόλια: