Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Εδώ Μιλάμε και Γράφουμε Ελληνικά. Εχω πάθει εξάρτηση


Γράφει ο Δημήτρης Λάμπρου
Δημοσιογράφος/ 
Εκδότης Περιοδικού ΒΟΙΩΤΙΑ

















Πολλά είναι τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει στον άνθρωπο η εξάρτηση και το μικρότερο από αυτά είναι το ορθογραφικό ζήτημα που όμως καλό είναι να το επιλύσουμε μια και καλή. Γιατί η λέξη εξάρτηση/εξάρτυση/εξάρτιση ανήκει στις σπάνιες λέξεις που είναι ομόηχη με άλλες δύο παρακαλώ, οι οποίες έχουν διαφορετική σημασία και γράφονται διαφορετικά. Ας τα δούμε από την αρχή.
Σύμφωνα με το λεξικό της κοινής Νεοελληνικής:
A. εξάρτηση η [eksártisi] Ο33 : η σχέση που υπάρχει, όταν κάποιος ή κτ. εξαρτάται από κπ. ή κτ. άλλο. 1. η στενή (συχνά αιτιακή) σχέση που υπάρχει ή θεωρείται ότι υπάρχει μεταξύ δύο φαινομένων κτλ.: H ~ του ανθρώπου από το περιβάλλον / της βιομηχανίας από τις πρώτες ύλες / της οικονομικής ανάπτυξης από την εργασία και το κεφάλαιο. ~ του αιτιατού από το αίτιο / του συναισθήματος από την ένταση της εντύπωσης. 
2α.η σχέση κατά την οποία κάποιος ή κτ. βρίσκεται στη δικαιοδοσία κάποιου άλλου: Kαθεστώς εξάρτησης. Οικονομική / πολιτική ~ μιας χώρας από μία άλλη. Πνευματική / ψυχική / οικονομική ~ ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. H γονική ~ του ανήλικου παιδιού. β. (γραμμ.): H ~ του αντικειμένου από το ρήμα / μιας λέξης από μια άλλη. γ. εθισμός: H ~ από τα ναρκωτικά. δ. (ψυχ.) δημιουργία μιας νέας συμπεριφοράς σε έναν οργανισμό διά μέσου της δημιουργίας προσωρινών σχέσεων μεταξύ των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και των αντιδράσεων του οργανισμού.
[λόγ. < ελνστ. ἐξάρτη(σις) -ση `κρέμασμα΄, αρχ. σημ.: `συνοχή των μερών του σώματος΄ και κατά τις σημ. της λ.εξαρτώ].
Αυτή είναι η πιο κοινή  χρήση της λέξης και γράφεται πάντα με ήτα. Στη εποχή μας με τα τόσα διαρκώς επιδεινούμενα κοινωνικά προβλήματα βρίσκεται σε ευρεία χρήση και η λέξη "απεξάρτηση" που αναφέρεται στην απαλλαγή από κάποιον εθισμό και γράφεται και αυτή με ήτα.  

B.    εξάρτυση η [eksártisi] Ο33 : (στρατ.) γενική ονομασία των πραγμάτων που ανάλογα με την περίπτωση πρέπει να έχει μαζί του ο στρατιωτικός εκτός από το όπλο του: Πολεμική ~. Πλήρης ~, το σύνολο αυτών των πραγμάτων. || (πληθ.) ειδική κατασκευή με λουριά που φοριέται πάνω από το χιτώνιο και χρησιμεύει για την προσαρμογή διάφορων χρήσιμων αντικειμένων όπως των φυσιγγιοθηκών, του σακιδίου κτλ.: Όπλα, κράνη, εξαρτύσεις και γρήγορα στη φρουρά! Iμάντες εξαρτύσεων. || ~ του δύτη, σκάφανδρο.
[λόγ. < ελνστ. ἐξάρτυ(σις) `εξοπλισμός βλητικής μηχανής΄ -ση κατά τη σημ. του αρχ. ρ. ἐξαρτύομαι `εξοπλίζομαι στρατιωτικά΄]
Αυτή η εξάρτυση στην εποχή μας χρησιμοποιείται κυρίως για  τα πράγματα που φέρει μαζί του ο στρατιωτικός.

Γ.    εξάρτιση η [eksártisi] Ο33 : το σύνολο των εξαρτημάτων, ιδίως των πανιών και των σχοινιών, ενός ιστιοφόρου πλοίου.
[λόγ. < ελνστ. ἐξαρτι- (εξαρτίζω) `εξοπλίζω (πλοίο)΄ -σις > -ση (πρβ. ελνστ. ἐξάρτισις `ετοιμασία μηχανής για βολή΄)]
Εδώ έχουμε μια σπάνια λέξη στο νεοελληνικό λεξιλόγιο και ίσως γι αυτό η πιο ενδιαφέρουσα. Η έννοια του εξαρτίζω "είναι "καθιστώ κάτι άρτιο, αποπερατώνω" και όταν πρόκειται για πλοίο "το εφοδιάζω με όλα τα χρειώδη".

 Και το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell-Scott μας διαφωτίζει αρκετά.

 Α. Εξάρτησις: η συνοχή των μερών του σώματος προς άλληλα.
(εξαρτάω-ώ: κρεμώ τι εκ τινος, εκτείνω τι// παθ. επί χωρών: συνορεύω, γειτνιάζω. επί λύχνου: κρέμαμαι εκ τινος μέρους όπως φέγγω. κρεμώ πάνω μου.)

Β. Εξάρτυσις: Παρασκευή, προετοιμασία, τέλειος εφοδιασμός
(εξαρτύω: παρασκευάζω, ετοιμάζω, εξοπλίζω// μεσ. εξασκώ)
Γ. Εξάρτισις (εξαρτισμός): ο εξοπλισμός πλοίου.
(εξαρτίζωτελειώνω οικοδόμημα// παθ. Είμαι εντελώς παρεσκευασμένος, έτοιμος //μεσ. Προμηθεύομαι τι, εφοδιάζομαι με τι).

Για την ανεξαρτησία θα επανέλθω.






Δεν υπάρχουν σχόλια: