Γράφει ο Λεωνίδας Θεοδοσίου*
Υποστηρίζεται, εν μέσω της μαινόμενης οικονομικής κρίσης, ότι πρωτίστως οικονομικά είναι εκείνα τα εργαλεία, η αξιοποίηση των οποίων θα ανακόψει την ύφεση. Και αναζητούνται, συνεπεία της θέσης αυτής, μέθοδοι πρόσκαιρης κατά βάση ανάκαμψης ή έστω συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής, που είτε αποδίδουν, είτε όχι. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, τα αποτελέσματά τους είναι μάλλον ό,τι κοντόφθαλμα ή άτολμα προσεγγίστηκε από την πολιτική ηγεσία, η οποία αντί να ακολουθήσει μια γενναία αντικυκλική τακτική, προτίμησε της κλασικές πλην συχνά αδιέξοδες λύσεις του δανεισμού και της αύξησης της φορολογίας.
Η οδός που ακολουθήθηκε ενδεχομένως να αποτελούσε μονόδρομο στην περίπτωση ενός άλλου κράτους, με διαφορετική ιστορική φυσιογνωμία και άλλες αξιώσεις για το μέλλον. Θα ήταν δε ενδεδειγμένη, αν τα ληφθέντα μέτρα απευθύνονταν σε έναν άλλο λαό, που θα ανταποκρινόταν πιο πρόθυμα στην επιχειρούμενη δομική μεταβολή στου κράτους αφενός αλλά και της σχέσης κράτους – πολίτη αφετέρου. Στην προκείμενη, εντούτοις, περίπτωση τα πράγματα διαφέρουν. Ασφαλώς, μεταρρυθμίσεις επιβάλλονται σε πλείστους όσους τομείς, ώστε να καταπολεμηθεί η διαφθορά, να συρρικνωθεί ο νεποτισμός, να εξορθολογιστεί η λειτουργία της διοίκησης, να αντιμετωπιστεί ριζικά η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος κλπ. Όλα αυτά ανεξαιρέτως συνιστούν όμως αναγκαία και όχι ικανή συνθήκη εξόδου από την κρίση. Το πολύ να συμβάλλουν στη μείωση των δημοσίων δαπανών, αλλά μόνη αυτή δεν εγγυάται την ανάδυση της ανάπτυξης.
Αντιπροτείνεται, για τους λόγους αυτούς, η εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της χώρας, που δεν είναι άλλος από τον πολιτισμό που εμπότισε κάθε σπιθαμή αυτής της γης. Και ο πλούτος αυτός είναι φυσικός γιατί γεννήθηκε και ήκμασε και άντεξε στο χρόνο σαν αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής φύσης που δεν ανατρέπεται από τις συγκυρίες των καιρών, δεν ξεριζώνεται ακόμη και υπό την πολιτισμική επέλαση των κατακτητών. Και είναι πλούτος ανεξάντλητος που όχι μόνο δεν αναλίσκεται, αλλά γιγαντώνεται όσο αξιοποιείται.
Αυτή η αειφορία του ελληνικού πνεύματος μπορεί να συνδεθεί με την επάνοδο σε αναπτυξιακή πορεία. Όχι απαραίτητα εκλαμβάνοντας τον πολιτισμό ως εμπορεύσιμο αγαθό – δίχως να παραγνωρίζουμε και αυτή τη διάστασή του. Ο πολιτισμός, ως σύνθεμα θεμελιωδών νοημάτων, βίωμα αυτών και διάχυσή τους, έρχεται πριν και πάνω απ’ όλα να απαντήσει στην πολιτική και ηθική κρίση, τους γεννήτορες, κατά γενική ομολογία, της οικονομικής. Ελληνικός πολιτισμός σημαίνει πρωταρχικές πανανθρώπινες αξίες, που κληροδοτήθηκαν και μεταγγίστηκαν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Η αξίες που πηγάζουν από το δημοκρατικό ιδεώδες, η αδιάκοπη αναζήτηση του ωραίου σ’ όλες του τις εκδηλώσεις, η προσήλωση στα γράμματα, την επιστήμη και τις τέχνες πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να εξουδετερώσει τη ζοφερότητα που περιβάλλει χρόνια τώρα –αλλά ειδικά σήμερα – τη χώρα.
Και πέρα από αυτή τη λειτουργία, η επιστροφή στις πιο θεμελιακές αξίες της ατομικής και κοινωνικής εξέλιξης – εκείνες που ξεδίπλωσε η ελληνική πανανθρώπινη ιστορία- θα προκαλέσει και το οικονομικό θαύμα.
Όπου ανθεί η τέχνη, όπου καλλιεργούνται τα γράμματα, ειδικά όπου πρωτοπορεί η επιστήμη, η νοοτροπία αλλάζει. Και η οικονομία νομοτελειακά ευεργετείται. Πολλοί θέλησαν να εστιάσουμε στην πράσινη ανάπτυξη για να ξεφύγουμε από το τέλμα. Ωστόσο, έχοντας σε έναν άλλο τομέα, αυτόν του πολιτισμού, έτοιμη μια –παροπλισμένη έστω- βιομηχανία, θα ήταν κυρίως άδικο για την ιστορική μας πορεία, να μην την θέσουμε εκ νέου σε λειτουργία.
*
Τμήμα Νομικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Βραβευθείς & Υπότροφος ΙΚY theodosl@law.auth.gr