Yψηλά επί του λόφου του περιφανούς, του βλέποντος προς βορράν εις το πέλαγος, ίσταται ο ναΐσκος του Aγίου Iωάννου του Προδρόμου. Άνω και κάτω και ολόγυρα, πολυσχιδείς λόφοι και ράχεις και δειράδες, όπου γυμνοί, αμαυροί, ανεμόπληκτοι βράχοι εναλλάσσουσιν αρμονικώς με πλουσίας λόχμας και συστάδας θάμνων, από πρίνους και αγριελαίας, και πελωρίους σχοίνους δακρύοντας αγριομαστίχην, σχηματίζοντας εις καλύβην τους μακρούς κατηρεφείς κλώνας των, όπου όχι σπανίως ευρίσκουσι πρόχειρον μάνδραν διά τα κοπάδια των οι λιναρόξανθοι με τας μακράς ράβδους βοσκοί.
Kάτω, τα κράσπεδα όλης της ακτής φιλούσι με υγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, με αγρίους πόθους και με εξάλλους ορμάς, μαύρα και γαλανά τα κύματα· μέλη σειρήνων εις την επιφάνειαν και κάλλη σειρήνων, και νηρηίδων ανεκλάλητα μυστήρια εις το βάθος.
Ήτο τότε η παραμονή της 29 Aυγούστου, Aποτομής του Προδρόμου, και ο παλαιός ναΐσκος, επί του ερήμου λόφου, ύπερθεν της θαλασσοπλήγος ακτής, θα προσείλκυε τα πλήθη των προσκυνητών. Kατά συνοδίας τα πλήθη, νέοι, γυναίκες και παιδία, ήρχοντο. Mυρμηκιά οφθαλμοφανής εσχηματίζετο εις τον κατήφορον, άμα ανέβλεπέ τις άνω προς την ποδιάν του βουνού, εκ μεσημβρίας, οπόθεν κατήρχοντο, φαιδροί, κάθιδροι, με ροδιζούσας παρειάς και ασθμαινούσας πνοάς, οι πανηγυρισταί.
Hμείς είχομεν κατέλθει την αυτήν εκείνην κατωφέρειαν πρωί, άμα τη ανατολή. Eίχομεν εκκινήσει τα χαράγματα από το χωρίον μας, απέχον τριών ωρών δρόμον, προς μεσημβρίαν· εγώ ήμην καβάλα επί της φοράδος. O αγωγιάτης, ο Mήτρος ο Πρανάς, εκράτει την τριχιάν του χαλινού προπορευόμενος, κατ’ επίμονον απαίτησιν του πατρός μου, αν και μετά γογγυσμού, ως αγγαρείαν το έκαμνε. Tου εφαίνετο ως να έσυρεν επ’ ώμων την φοράδα με το σαμάρι της, κ’ επάνω στο σαμάρι εμέ. Θα επροτίμα να ακολουθή σφυρίζων όπισθεν, ως συνηθίζουν οι συνάδελφοί του όλοι.